
Η οπλοποίηση του Μεταναστευτικού από την Τουρκία κατά της ημικατεχόμενης Κυπριακής Δημοκρατίας, έχει αρχίσει να ξεπερνά τα όρια της ασφαλούς διαχείρισης από το κυπριακό κράτος. Παρά τις αξιόλογες και επίμονες προσπάθειες του υπουργείου Εσωτερικών, η κρισιμότητα του προβλήματος –που μετατρέπεται σταδιακά σε «Μεταναστευτική Κρίση»– δεν έχει γίνει αντιληπτή στον ευρύτερο κυβερνητικό μηχανισμό και στο πολιτικό σύστημα της χώρας. Η απουσία συγκροτημένης κυβερνητικής στρατηγικής, σε επίπεδο Υπουργικού Συμβουλίου, και η ανυπαρξία μιας διυπουργικής επιτροπής και αντίστοιχης διυπηρεσιακής ομάδας, για την αποτελεσματική διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης, δημιουργεί μεγάλες δυσκολίες και εμπόδια στο έργο του Υπουργείου Εσωτερικών και του Υφυπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας που έχουν αναλάβει το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης.
Όπως και σε πολλούς άλλους τομείς –όπως η παιδεία, η εγκληματικότητα, η εργασιακή απασχόληση και ο σεβασμός των τοπικών συνηθειών και των νόμων της χώρας– στο ζήτημα των ετήσιων γεννήσεων παρατηρούνται σήμερα άκρως ανησυχητικά στοιχεία, οι δημογραφικές και πολιτικές επιπτώσεις των οποίων, φαίνεται, όμως, να μην τυγχάνουν ανάλογης αξιολόγησης σε συλλογικό κυβερνητικό επίπεδο.
Με βάση τα επίσημα στοιχεία της Μονάδας Παρακολούθησης Υγείας του Υπουργείου Υγείας, τη φετινή χρονιά γεννήθηκαν, μέχρι σήμερα, στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας, 5.563 παιδιά, εκ των οποίων 4.185 (73.9%) από γονείς κυπριακής ιθαγένειας και 1.479 (26,1%) από αλλοδαπούς. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η απογραφή πληθυσμού του 2021 καταγράφει 724.800 Κυπρίους πολίτες (78,9%) και 193.300 αλλοδαπούς (21,1%), στη σχέση πληθυσμού – γεννήσεων παρατηρείται μια αγκύλωση πλην 5% στις γεννήσεις κυπριακής ιθαγένειας η οποία προστίθεται στις γεννήσεις από αλλοδαπούς. Να σημειωθεί ότι στην απογραφή πληθυσμού δεν συμπεριλήφθηκαν οι δεκάδες χιλιάδες αιτητές ασύλου των οποίων οι αιτήσεις εκκρεμούν ή έχουν απορριφθεί.
Περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων, που αφορούν τις 1.479 γεννήσεις αλλοδαπών (26,1%), υποδεικνύουν ότι μόνο οι 476, δηλαδή το 8,40%, αφορά μητέρες από κράτη-μέλη της ΕΕ (Ελλάδα 159, Ρουμανία 146, Βουλγαρία 90, Γερμανία 23, κ.ο.κ.). Επιπλέον, ένα 3,70% με 210 γεννήσεις προέρχεται από τη Βρετανία (82), τη Ρωσία (82) και την Ουκρανία (46).
Η μεγάλη, όμως πλειονότητα –δηλαδή 615 παιδιά ή το 10,9% όλων των γεννήσεων– αφορά μητέρες με μεταναστευτική βιογραφία, εκ των οποίων οι περισσότερες, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι καταγραμμένες στην απογραφή πληθυσμού του 2021. Για σκοπούς μελέτης της μεταναστευτικής κρίσης, οι αιτητές ασύλου δύνανται να χωριστούν, με βάση την εθνική τους καταγωγή, σε τρεις κύριες γεωγραφικές περιφέρειες: τη Μέση Ανατολή, τη νότια Ασία και την υποσαχάρια Αφρική.
Συγκεκριμένα, 300 παιδιά (5,3% όλων των γεννήσεων φέτος) προέρχονται από μητέρες που κατάγονται από τη Μέση Ανατολή, με πρώτη τη Συρία με 242 γεννήσεις και δεύτερη την Αίγυπτο με 20 γεννήσεις. Ακολουθεί η υποσαχάρια Αφρική με 197 γεννήσεις (3,5% όλων των γεννήσεων φέτος), με πρώτη χώρα το Καμερούν με 71, δεύτερη το Κογκό με 56 και τρίτη τη Νιγηρία με 27. Ακολουθεί η νότια Ασία με 118 γεννήσεις (2,1%), με πρώτη την Ινδία με 55, δεύτερο το Πακιστάν με 22 και τρίτη τη Σρι Λάνκα με 20. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι από τα 615 παιδιά που γεννήθηκαν από μητέρες με μεταναστευτική βιογραφία –με εξαίρεση τις γυναίκες από τη Συρία (242 παιδιά) που είναι ύπανδρες– οι περισσότερες γεννήσεις προέρχονται εκτός γάμου από άγνωστο πατέρα.
Συνοψίζοντας, οι γεννήσεις από γονείς κυπριακής ιθαγένειας παρουσιάζουν μείωση πέντε εκατοστιαίων μονάδων σε σχέση με τον πληθυσμό κυπριακής ιθαγένειας, δηλαδή 73,9% αντί 78,9%. Το αντίστοιχο ποσοστό προστίθεται στις γεννήσεις ξένης ιθαγένειας, το οποίο αυξάνεται από 21,1% του πληθυσμού σε 26,1% των γεννήσεων. Επιπλέον, ένα σημαντικό ποσοστό γεννήσεων, δηλαδή 10,9%, προέρχεται από μητέρες με μεταναστευτική βιογραφία ασύλου, η πλειονότητα των οποίων δεν περιλαμβάνονται στην απογραφή πληθυσμού του 2021, ενώ, τουλάχιστον, 5,6% των γεννήσεων φαίνεται να προέρχεται από μητέρες εκτός γάμου με άγνωστο πατέρα.
Όταν, σχεδόν, 11% των φετινών γεννήσεων προέρχονται από μητέρες με μεταναστευτική βιογραφία ασύλου γίνεται αντιληπτό ότι, τυχόν, συνέχιση του φαινομένου θα δημιουργήσει συνθήκες «defacto πληθυσμού» στην ημικατεχόμενη Δημοκρατία με άμεσες και μακροχρόνιες επιπτώσεις στη δημογραφική και πολιτισμική σύνθεση του πληθυσμού, και σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα της παιδείας, στην οικονομική ισορροπία της κοινωνίας, και ειδικά την εσωτερική ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αφού η μεγάλη πλειονότητα των 70.000 αιτητών ασύλου, από το 2015 μέχρι σήμερα, είναι άνδρες ηλικίας 18 μέχρι 35 ετών, πολλοί εξ αυτών Ισλαμικού θρησκεύματος, οι οποίοι δύνανται, σε δεδομένη στιγμή, να αξιοποιηθούν από ξένες χώρες για τη δημιουργία εσωτερικής αναταραχής και αστάθειας στη Δημοκρατία.
*Επίτιμος επιστημονικός ερευνητής στο Κέντρο Μελετών Ασφάλειας και Πληροφοριών του Πανεπιστημίου Buckingham στο Ηνωμένο Βασίλειο.