
Παρακολουθώντας εδώ και περισσότερο από τρεις δεκαετίες τα εργασιακά δρώμενα στην Κύπρο και αποκρυπτογραφώντας με ασφάλεια τη συμπεριφορά της εργοδοτικής πλευράς σε μια σειρά από μεγάλα και σοβαρά ζητήματα, καταλήγεις στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι είναι φανατικοί θιασώτες του όχι. Το ναι δεν το ξέρουν, ή, αν το ξέρουν, το προφέρουν ελάχιστα.
Μπορεί τα πιο πάνω να ακούγονται ως εκπληκτικά και υπερβολικά, όμως είναι απόλυτα αληθινά και συνάδουν με τις εργοδοτικές συμπεριφορές και τακτικές. Προς τεκμηρίωση των εργοδοτικών όχι, που δεν είναι λίγα, αναφέρουμε, τα εξής:
Πρόταξαν δυνατό όχι για την εισαγωγή και εφαρμογή του μονοασφαλιστικού Γενικού Σχεδίου Υγείας (ΓεΣΥ) και έκαναν τα πάντα για να τορπιλίσουν τη λειτουργία του. Ακόμα δυστυχώς και σήμερα με διάφορα κόλπα και άλλα μασκαραλίκια εργάζονται προς την ίδια κατεύθυνση, στηριζόμενοι στον αγώνα τους από πολιτικά πρόσωπα που εξυπηρετούν δικά τους συμφέροντα.
Έκαναν τεράστιο αγώνα και πρόταξαν δυνατό όχι κατά της σύστασης της Ενιαίας Υπηρεσίας Επιθεωρήσεων. Πρόκειται για υπηρεσία που συστάθηκε επί Ζέτας Αιμιλιανίδου στο Υπουργείο Εργασίας για έλεγχο της αγοράς εργασίας και κυρίως για πάταξη της αδήλωτης εργασίας, που ως φαινόμενο πλεόνασε στην Κύπρο. Λόγω εργοδοτικών αντιδράσεων (στη θεωρία ήταν υπέρ), που έβρισκαν ατυχώς στήριξη από πολιτικές δυνάμεις, το κυβερνητικό νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή το 2017 και ψηφίστηκε σε νόμο το 2020. Στο μεσοδιάστημα η αδήλωτη εργασία έκανε πάρτυ.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2020 πραγματοποιείται στο Υπουργείο Εργασίας τεχνοκρατική σύσκεψη με τη συμμετοχή εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Σκοπός της σύσκεψης, η πρόθεση του υπουργείου να ενισχύσει τον νόμο περί προστασίας των μισθών, εισάγοντας στη νομοθεσία πρόνοια που θα υποχρέωνε τους εργοδότες να δίνουν κατάσταση μισθοδοσίας σε όλους τους εργαζόμενους. Και εδώ υπήρξε το σκληρό όχι των εργοδοτικών οργανώσεων. Κάτι που είναι αυτονόητο, δηλαδή, να λαμβάνουν οι εργαζόμενοι κατάσταση της μισθοδοσίας τους με αναλυτική πληροφόρηση, απορρίφθηκε. Δεν χρειάζεται, μας υπέδειξαν οι εκπρόσωποι της εργοδοσίας.
Όχι και στην καταγραφή του χρόνου εργασίας. Στην Κύπρο δεν υπάρχει νομοθεσία για την καταγραφή του χρόνου εργασίας. Η ψήφιση μιας τέτοιας νομοθεσίας είναι πολύ σημαντική. Ήδη υπάρχει σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (14 Μαΐου 2019), που υποχρεώνει τους εργοδότες στην Ευρωπαϊκή Ένωση να καταγράφουν συστηματικά και πλήρως τις ώρες εργασίας των υπαλλήλων τους.
Η ύπαρξη μιας τέτοιας νομοθεσίας θα προστατέψει τους εργαζόμενους από αυθαιρεσίες των εργοδοτών, ενώ θα βοηθήσει και τη Στατιστική Υπηρεσία (η οποία εδώ και αρκετό καιρό εκλιπαρεί για την ψήφιση της) να κάμει ακόμα καλύτερα τη δουλειά της. Και σ’ αυτό το θέμα υπάρχει το εργοδοτικό όχι.
Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα. Επιγραμματικά υπενθυμίζουμε το διαρκές όχι των εργοδοτών κατά του θεσμού της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (ΑΤΑ), όπως επίσης και τον αγώνα που έδωσαν για να ματαιώσουν την εισαγωγή του Εθνικού Κατώτατου Μισθού (ΕΚΜ), η καλή εφαρμογή του οποίου επαφίεται πλέον στην αγαθή πρόθεση των εργοδοτών σε σχέση με το ωράριο που θα υποχρεώνουν το προσωπικό τους να εργάζεται για να του δώσουν τα €885 μεικτά.
Το συγκεκριμένο κενό που υπάρχει στον ΕΚΜ σε σχέση με το ωράριο δεν είναι καθόλου άσχετο με την άρνηση των εργοδοτών για τη μη νομοθετική καταγραφή του χρόνου εργασίας.
Αυτά όλα είναι γεγονότα που όταν τα αναδεικνύεις δεν γίνονται αρεστά και κάποιοι σε προσεγγίζουν με ψυχρότητα.
Να ‘ναι καλά οι άνθρωποι.
* Οικονομολόγος, δημοσιογράφος