Πρόσφατα -και συγκεκριμένα στις 21 Σεπτεμβρίου- το Δημοσιονομικό Συμβούλιο εξέδωσε μία μακροσκελή ανακοίνωση, κάτω από τον τίτλο: «Τοποθέτηση Δημοσιονομικού Συμβουλίου Κύπρου – Πριν από τα νούμερα του προϋπολογισμού». Στην ουσία, η ανακοίνωση, είχε και έχει -όπως αντιλαμβάνομαι- ως στόχο να συστήσει στην Κυβέρνηση να καταθέσει στη Βουλή έναν προϋπολογισμό που δεν θα έχει προεκλογικό χαρακτήρα και που θα αποφεύγει την αύξηση μη αναγκαίων δαπανών. Σύμφωνα με το Συμβούλιο «η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει να εστιάσει στην ανάπτυξη, την στοχευμένη προστασία και την απασχόληση, με πρωτογενή πλεονάσματα, που να στηρίζονται σε επενδύσεις στην πραγματική οικονομία». Κατά το Συμβούλιο, υπό τα σημερινά δεδομένα «είναι σαφές πως η προσέγγιση προς τον κρατικό προϋπολογισμό πρέπει να διέπεται από προσοχή και σύνεση και πως θα ήταν σοφότερο να αποφύγουμε τις υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις, περιλαμβανομένων και των θεωρητικών αυξήσεων στα κρατικά έσοδα. Η Δημοκρατία έχει αυξημένα μεν έσοδα φέτος, αλλά θα τα χρειαστεί, κι αυτό είναι βέβαιο, μέσα στους επόμενους 24 μήνες».

Πριν καταλήξει στα πιο πάνω συμπεράσματα και υποδείξεις, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, μεταξύ άλλων: 

● Υποδεικνύει πως «η κυπριακή οικονομία συνεχίζει να δείχνει αντοχές και ανθεκτικότητα μπροστά στις συνεχιζόμενες δυσκολίες που καταγράφονται μέσα στο 2022, παρόλο ότι αυτές ακολούθησαν δύο ούτως ή άλλως δύσκολα έτη μειωμένης ανάπτυξης»

● Προειδοποιεί πως «ωστόσο, η σημερινή εικόνα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως προσωρινή, καθώς η διεθνής οικονομία εκπέμπει σοβαρές προειδοποιήσεις πως τα αμέσως επόμενα χρόνια θα επιφέρουν μεγαλύτερες και ευρύτερες προκλήσεις»

● Υπογραμμίζει ότι «καθώς συνεχίζονται οι αυξήσεις στις τιμές παραγωγού και καταναλωτή, οι κύριες εξαγωγές μας δεν μπορούν να αντισταθμίσουν το κόστος των εισαγωγών στους εθνικούς λογαριασμούς. Επομένως, θα συνεχίσουν μεν να καθίστανται ανταγωνιστικές οι κύριες μας εξαγωγές σε υπηρεσίες, περιλαμβανομένου και του τουρισμού, αλλά τα περιθώρια κέρδους θα διαβρωθούν, αντισταθμίζοντας μερικώς τα όποια οφέλη θα προέρθουν από μια πιθανή αύξηση σε όγκους»

● Προσθέτει ότι «την ίδια ώρα, οι ρυθμοί ανάπτυξης στις υπηρεσίες δεν μπορούν εύκολα να ακολουθήσουν τους ρυθμούς της βιομηχανίας και της μεταποίησης. Γι’ αυτό, η πιθανή αύξηση στους όγκους δραστηριοτήτων, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είναι αρκετή για να αντιστρέψει τις πιέσεις στην εθνική μας οικονομία».

 

 

Όχι σε ωραιοποίηση

Δηλαδή, με απλά λόγια, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο καλεί την Κυβέρνηση να αποφύγει την αύξηση των δαπανών, πλην αυτών που θα αφορούσαν την ανάπτυξη, την στοχευμένη προστασία και την απασχόληση και παράλληλα να μην υποπέσει στην παγίδα της ωραιοποίησης της κατάστασης και των προοπτικών της οικονομίας, καθότι, όπως τονίζει, τα πράγματα στη διεθνή και ευρωπαϊκή οικονομία θα επιδεινωθούν, με αποτέλεσμα οι όποιες αισιόδοξες προβλέψεις σε ό,τι αφορά τα κρατικά έσοδα, θα διαψευσθούν. 

Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω απόλυτα με το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, θέλω όμως να υποδείξω πως θα ανέμενε κανένας από ένα Σώμα όπως το πιο πάνω, να περιλάμβανε στην ανακοίνωσή του πιο συγκεκριμένα στοιχεία και πιο συγκεκριμένες υποδείξεις. Και είμαι σίγουρος ότι εκεί στο Συμβούλιο και περισσότερα γνωρίζουν και περισσότερα στοιχεία έχουν.

 

 

Παραμονές εκλογών… 

Είναι επίσης πασιφανές ότι στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο ανησυχούν από τα όσα η Κυβέρνηση θα περιλάβει στους προϋπολογισμούς του 2023 και κυρίως από τις δημοσιονομικές της εκτιμήσεις. Διαφορετικά, γιατί να εκδώσει προειδοποιητική ανακοίνωση λίγες εβδομάδες πριν την κατάθεση του προϋπολογισμού στη Βουλή; Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, που σκοπός του είναι «η δημόσια, έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση με στόχο την αποφυγή δημοσιονομικού εκτροχιασμού και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας των δημοσίων οικονομικών», κατά την άποψή μου όφειλε να είναι πιο σαφές και να λέει τα πράγματα με το όνομά τους και με πιο συγκεκριμένο τρόπο και όχι με μία ανακοίνωση γενικόλογη, που περισσότερο θυμίζει προσωπική άποψη κάποιου που θέλει να πει κάποια πράγματα, αλλά θέλει να κρατά και τις ισορροπίες. 

 

 

Σωρηδόν το άνοιγμα θέσεων 

Ωστόσο, θα παραμείνω στην ουσία και με ανυπομονησία θα περιμένω να δω κατά πόσο η Κυβέρνηση θα λάβει υπόψη τα όσα της λέει ένα Σώμα που η ίδια δημιούργησε και η ίδια στελέχωσε. Αμφιβάλλω, όμως, ότι οι υποδείξεις του Δημοσιονομικού Συμβούλιου θα ληφθούν υπόψη. Εξάλλου, είναι γνωστή η ιστορία της παρούσας Κυβέρνησης για τη ρήξη της με διάφορους θεσμούς και με πρόσωπα που η ίδια διόρισε, όπως ο Γενικός Ελεγκτής και ο τέως Γενικός Εισαγγελέας. 

Εν πάση περιπτώσει, η Κυβέρνηση, όπως και οι πλείστες προηγούμενες, παραμονές εκλογών δύσκολα μετρούσαν δημοσιονομικά ελλείμματα και δημοσιονομικούς κινδύνους. Ιδίως τον τελευταίο χρόνο της θητείας τους. Πριν την τελική ευθεία, συνήθως, υπέγραφαν τα περισσότερα συμβόλαια για έργα, χωρίς αξιολόγηση και προτεραιότητα και αναλάμβαναν τις μεγαλύτερες ποσοτικά δεσμεύσεις έναντι αιτημάτων πολιτών, τοπικών κοινωνιών και ομάδων πληθυσμού. Ταυτόχρονα, άνοιγαν θέσεις στο δημόσιο τομέα σωρηδόν. Πόσο μάλλον τώρα, που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τον υποψήφιο του κυβερνώντος κόμματος, Αβέρωφ Νεοφύτου, να μην εκλέγεται στην προεδρία της Δημοκρατίας.

Μόνο τους τελευταίους τρεις μήνες, Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο -μέχρι την περασμένη Δευτέρα 26η του μήνα- η παρούσα Κυβέρνηση έχει προκηρύξει την πλήρωση 360 κενών θέσεων. Από την πιο χαμηλή κλίμακα μέχρι και τις πιο υψηλές. Και αφού οι εκλογές είναι προ των πυλών, ένα είναι σίγουρο: έπεται συνέχεια…

 

Αβεβαιότητα και θέσεις εργασίας

Κι όλα αυτά, ενώ όλα τα σημεία δείχνουν εδώ και καιρό διατήρηση και ενίσχυση του κλίματος της αβεβαιότητας, που θα αγγίξει και τις θέσεις εργασίας. Όπως σημειώνει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, «η διεθνής οικονομία εκπέμπει σοβαρές προειδοποιήσεις πως τα αμέσως επόμενα χρόνια θα επιφέρουν μεγαλύτερες και ευρύτερες προκλήσεις» και πως «η ΕΕ και η Ευρωζώνη βρίσκονται κάτω από υψηλές πιέσεις, με το ενδεχόμενο ύφεσης να είναι πλέον σαφώς ορατό, έστω κι αν, και σε αυτή την περίπτωση κάποια επί μέρους θεμελιώδη, όπως την απασχόληση, δεν έχουν ακόμα αντικατοπτρίσει τις πιέσεις που δέχονται οι οικονομίες».

Τα ίδια μας είπε και η Ευρώπη μόλις τον περασμένο Ιούλιο. Σύμφωνα με τις θερινές οικονομικές προβλέψεις της Κομισιόν, που δημοσιοποιήθηκαν στις 14 Ιουλίου, ο πόλεμος στην Ουκρανία επιδεινώνει τις προοπτικές της οικονομίας στην ΕΕ. «Οι νέες αυξήσεις των τιμών του φυσικού αερίου θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω άνοδο του πληθωρισμού και να λειτουργήσουν ασφυκτικά για την ανάπτυξη», υπογραμμίζει η Κομισιόν.

Σημειώστε δε, πως οι πιο πάνω επισημάνσεις έγιναν πριν από τη νέα κλιμάκωση στη ρώσο-ουκρανική κρίση, μετά την απόφαση του Προέδρου Πούτιν για επιστράτευση 300 χιλ. εφέδρων στρατιωτών και αξιωματικών του ρωσικού στρατού. 

 

 

* Δημοσιογράφος

panicoscharal.j@gmail.com