Η κοχλάζουσα μνήμη γυρνά στο παρελθόν όταν οι επετειακές μέρες υποδαυλίζουν την ιστορία κι οι διηγήσεις ανασύρουν τις αυλαίες των δραμάτων, επαναφέροντας πάθη, αντιστάσεις και δόξες των μεγάλων ωρών που λάμπρυναν τη διαδρομή των λαών ή προκάλεσαν καημούς και θρήνους. 

Κι ήταν φυσικό η 3η Οκτωβρίου 1958 να θυμίσει το δραματικό εικοσιτετράωρο άγριας δοκιμασίας των Βαρωσιωτών, όταν ο κόσμος υπέστη τα δεινά της οργανωμένης κρατικής τρομοκρατίας που διέταξε η αγγλοκρατία. Για κείνες τις ώρες είχα μιλήσει στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με τον αλησμόνητο φίλο Κώστα Χριστοδουλίδη «Μάλβο», τομεάρχη Βαρωσίων, με τα ηρωϊκά επιτεύγματα των αγωνιστών που επικέντρωναν τον θαυμασμό του λαού μας. Στην πόλη δρούσε η συμπαγής ομάδα εκτελεστικού τολμηρών αποστολών, που κατόρθωνε να εκτελεί ριψοκίνδυνες εξορμήσεις άμεσων απαντήσεων στις προκλήσεις του ξένου στρατού. Τέτοια πρόκληση ήταν η εν ψυχρώ δολοφονία στο Αυγόρου της Λουκίας Παπαγεωργίου. Ήταν μια αγρότισσα 32 χρονών, που συμμετείχε σε διαδήλωση διαμαρτυρίας γιατί οι Άγγλοι κατέβαζαν σύνθημα της ΕΟΚΑ. Οι στρατιώτες πυροβόλησαν και σκότωσαν μπροστά στα μάτια του κόσμου, την αγωνίστρια, που ήταν έγκυος. Σκότωσαν και τον Παναγή Ζαχαρία. (Γιάννης Σπανός, «ΕΟΚΑ» Α΄τ. σελ 244 και ευρύτερα συνεντεύξεις στον Γ΄τ.). 

Άλλη πρόκληση η παραβίαση της εκεχειρίας και η μάχη στον Αχυρώνα (Γ.Σπανός, ΕΟΚΑ τ.2 –«Η σκυταλοδρομία του θανάτου»). Στο Βαρώσι κυριάρχησε αναβρασμός κι ο τομεάρχης διέταξε δράση. Το εκτελεστικό τέθηκε σε επιφυλακή κι οι αγωνιστές αναζητούσαν στόχους. Ήταν ο μ. Σωκράτης Χαραλάμπους κι ο Μιχαλάκης Κλεοβούλου. Εκτέλεσαν δύο ενόπλους της στρατιωτικής αστυνομίας, αξιωματικός ο ένας, γιος λόρδου κι ο άλλος λοχίας. Στην οδό Ακροπόλεως ο Σωκράτης κι ο Βάσος Φυσέντζος εκτέλεσαν άλλους δύο Άγγλους κι έναν ακόλουθό τους. Θύμα της οργής ήταν και μια Αγγλίδα. Η στρατοκρατία βρήκε την αφορμή που γύρευε κι ανατίναξε την «Ανόρθωση», προπύργιο του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι άρχισε η μέρα του τρόμου, η 3η Οκτωβρίου 1958. 

Οι Άγγλοι διέκοψαν την εκεχειρία δολοφονώντας τη Λουκία και τον Ζαχαρία. Και ο «Μάλβος» διέταξε δράση σπάζοντας με τη σειρά του την εκεχειρία. Μου αποκάλυψε: 

«Έγραψα στον αρχηγό ότι φέρω ακεραία την ευθύνη γιατί έσπασα την εκεχειρία και δήλωνα έτοιμος να παρουσιαστώ όπου διαταχθώ για να δικαστώ και, αν αποφασιστεί, να εκτελεστώ για την ενέργειά μου. Κι ο Διγενής μου έστειλε συγχαρητήρια»…

    Τέσσερα συντάγματα Άγγλων επέπεσαν εναντίον της πόλεως κι επιδόθηκαν σε φοβερές πράξεις ομαδικής βίας και βαρβαρότητας που έφερναν στη μνήμη μεσαιωνικούς εφιάλτες. Επέδραμαν στους δρόμους, στις πλατείες, στα καταστήματα, στα σπίτια κι επιδόθηκαν σε μαζικούς άγριους βασανισμούς του λαού. Χτυπούσαν όποιον συναντούσαν, λεηλατούσαν περιουσίες, άπλωναν τον τρόμο. Και δεν ήταν μόνο αυτή η βαρβαρότητα που στιγμάτισε την αγγλική κατοχή που συνεχιζόταν σκληρή κι ανελέητη από το 1878. Εκείνη την αιματοβαμμένη μέρα οι Άγγλοι σκότωσαν ανύποπτα πλάσματα που βρέθηκαν στο πέρασμά τους. Τον μαθητή του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου Λουκά Λουκά, από την Αγία Νάπα, 17 χρονών, ενώ κατευθυνόταν στο σπίτι του. Τον οικογενειάρχη Παναγιώτη Χρυσοστόμου, 35 χρονών. Τον συνέλαβαν Άγγλοι αλεξιπτωτιστές από το σπίτι του, τον υπέβαλαν σε φριχτά βασανιστήρια και τον σκότωσαν. Ο γιατρός που έκανε τη νεκροψία διεπίστωσε ότι του έσπασαν 7 παγίδες (πλευρά) και τον τραυμάτισαν σ’ όλο του το κορμί.

Τρίτο θύμα του τρόμου ένα κοριτσάκι δώδεκα χρονών, η Ιωάννα Ζαχαριάδου, μαθήτρια του Δημοτικού. Οι Άγγλοι κήρυξαν κατ’ οίκον περιορισμό, οι δάσκαλοι είπαν στα παιδιά να παν στα σπίτια τους κι εκείνα έντρομα απ’ όσα έβλεπαν, έτρεχαν σε ατμόσφαιρα οιμωγών και φωνών των βασανιζομένων πολιτών. Η μικρή Ιωάννα κάθισε στο πεζοδρόμιο γιατί δεν μπορούσε να συνεχίσει το τρέξιμο, ζήτησε απεγνωσμένα βοήθεια και πέθανε στα χέρια της Ραλλούς, γυναίκας που έσπευσε να τη βοηθήσει.

Οι τρεις θάνατοι δεν κόρεσαν το μένος της αγριότητας των στρατιωτών. Τραυμάτισαν 800 Βαρωσιώτες και συνέλαβαν τρεις χιλιάδες που τους βασάνισαν στα κρατητήρια. Κατάκλεψαν τον κόσμο. Επέβαλαν το διαβόητο «κέρφιου» που απαγόρευε την κυκλοφορία επί ποινή θανάτου, έσπαζαν τις πόρτες και εισήλαυναν στα οικογενειακά άσυλα για έρευνες και κλεψιές.

Κι ενώ τα μαρτύρια ασταμάτητα μετέτρεπαν την πόλη σε κόλαση, η στρατιωτική κτηνωδία επεκτεινόταν στη Σολιά. Οι Άγγλοι ανάγκασαν τον κόσμο ν’ αμπαρωθεί στα σπίτια του, στην Κακοπετριά και στη Γαλάτα κι οι στρατιώτες παραβίαζαν σπίτια, κακοποιούσαν, λήστευαν και περιερχόμενοι τα στενά ούρλιαζαν, γαύγιζαν, πυροβολούσαν, μέρα νύχτα. Τα παιδιά τρομοκρατημένα έκλαιγαν γοερά, ο κόσμος κρατούσε την ψυχή στο στόμα.

Μέρες και νύχτες της αγγλοκρατίας στην άμοιρη πατρίδα μας, που οι αντίλαλοι του τρόμου θα διαπερνούν τα φράγματα του χρόνου για να μεταδίδουν τα βάσανα του Λαού μας, αλλά και να μαρτυρούν πως η ελευθερία δεν κερδίζεται με την κάμψη του αυχένα και τον ενδοτισμό. Ούτε με ικεσίες στο υπουργείο Εξωτερικών στο Λονδίνο ή ξεπουλήματα συνειδήσεων στην Μπίσοπ στρητ…  Η ελευθερία αποχτιέται με πόνους και θυσίες, με αντιστάσεις και ανυποχώρητους αγώνες εκείνων που στέκουν όρθιοι στους ανέμους των συμφορών κι ανυπότακτοι στη βαρβαρότητα του κατακτητή.     

*Πρόεδρος των Συνδέσμων Αγωνιστών της ΕΟΚΑ.