Κατά το πρώτους 8 μήνες του 2022 καταγράφηκε μια σημαντική αύξηση του τουριστικού ρεύματος στην Κύπρο που πλησιάζει τα δεδομένα της αντίστοιχης περιόδου του 2019, που ήταν χρόνια ρεκόρ για τα δεδομένα του τόπου, παρά το γεγονός ότι η Κύπρος επηρεάστηκε σημαντικά από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Τα δεδομένα αυτά ικανοποιούν σαφώς τους ξενοδόχους και τους υπόλοιπους οικονομικούς κλάδους που συνδέονται με την τουριστική βιομηχανία αλλά, σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να υποτιμούμε σημαντικά ζητήματα και προκλήσεις που συνδέονται με την αλόγιστη ανάπτυξη ενός ιδιαίτερα δυναμικού, αλλά και ευάλωτου και ασταθούς ταυτόχρονα, τομέα της Κύπρου.

Η υπέρμετρη και χωρίς κοινωνική και περιβαλλοντική στόχευση του τουριστικού τομέα δεν αντιμετωπίζει τα διαρθρωτικά και άλλα σοβαρά προβλήματα της κυπριακής οικονομίας.  Απλά,  αποτελεί ένα πρόσκαιρο θεραπευτικό μέτρο για την οικονομία και αυτό επιβεβαιώθηκε μέσα από τις μεγάλες οικονομικές και υγειονομικές κρίσεις που αντιμετωπίσαμε και συνεχίζουμε να βιώνουμε τα τελευταία,  οι οποίες επηρέασαν σε δυσανάλογο βαθμό την τουριστική βιομηχανία η οποία αποτελεί τον  πλέον ευάλωτο οικονομικό τομέα του κράτους. 

Η μεγάλη εξάρτηση και ώθηση στον τουρισμό μας, η οποία ενθαρρύνεται και μέσα από πολλές πολιτικές και προγράμματα στήριξης της κυβέρνησης, δεν συνέβαλε στο μεγάλο στόχο για την προώθηση της γνώσης, της ψηλής τεχνολογίας και μιας πιο αειφόρας ανάπτυξης.  Η τουριστική μας βιομηχανία χαρακτηρίζεται  από την αύξηση της ζήτησης σε ανειδίκευτη απασχόληση, σε επισφαλή απασχόληση με χαμηλούς μισθούς και περιορισμένα εργασιακά δικαιώματα και χαμηλή παραγωγικότητα,  όταν σε άλλες χώρες που διαθέτουν με λιγότερες τουριστικές προοπτικές και δυνατότητες,  η ανάπτυξη επικεντρώνεται σε ψηλού ποιοτικού επιπέδου υπηρεσίες που απαιτούν επενδύσεις σε τεχνογνωσία και εξειδικευμένο προσωπικό που απολαμβάνει αξιοπρεπής όρους εργοδότησης, που  αποδεικνύονται στην πράξη ότι λειτουργούν και πιο ανθεκτικά σε περιόδους οικονομικών και υγειονομικών κρίσεων.

Πέραν των πιο πάνω προκλήσεων που συντηρούν την χαμηλή ανταγωνιστικότητα και την εργασιακή επισφάλεια, σε μια περίοδο που η παγκόσμια ανησυχία για την ρύπανση βρίσκεται στο ζενίθ της, δεν πρέπει να παραγνωρίζονται και οι σοβαρές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον από τις ψηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα λόγω  της τουριστικής βιομηχανίας και την ανεξέλεγκτη κατανάλωση φυσικών πόρων σε μια χώρα που αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις.

Καταγράφοντας τα  πιο πάνω δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να ακυρώσουμε το ρόλο και την αξία της τουριστικής βιομηχανίας η οποία έχει επιφέρει διαχρονικά σημαντικά οικονομικά οφέλη στον τόπο μας. Αυτό το οποίο χρειάζεται ο τόπος δεν είναι μια συνεχιζόμενη και ανεξέλικτη ανάπτυξη του τουρισμού που θα στηρίζεται στην χαμηλή εξειδίκευση και σε ποσοτικά δεδομένα. Η αειφόρος ανάπτυξη και μεγιστοποίηση των οφελών απαιτεί μια ανάπτυξη η οποία θα στηρίζεται σε ποιοτικά κριτήρια και χαρακτηριστικά που θα διασφαλίζουν  ψηλή ανταγωνιστικότητα και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις προκλήσεις και στους επόμενους κινδύνους που θα προκύψουν. Μια ανάπτυξη που θα στηρίζεται περισσότερο στην αξιοποίηση της γνώσης και του εξειδικευμένου προσωπικού και πάνω από όλα να είναι κοινωνικά και περιβαλλοντικά στοχευμένη.  

*Αναπληρωτής Γ.Γ. ΣΕΚ