Στην Ιταλία, οι κοινωνικοί εταίροι υπέγραψαν στις 23 Ιουλίου 1993 συμφωνία με την οποία καταργούσαν το σύστημα αυτόματων αναπροσαρμογών των μισθών (La scala mobile). Τη συμφωνία (Incomes Policy Agreement) υπέγραψαν 22 εργοδοτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις και, αν και προηγήθηκαν άλλες συμφωνίες/αποφάσεις το 1983, 1984 και 1992 αντίστοιχα, που επηρέαζαν σε μεγάλο βαθμό το σύστημα, θεωρείται ιστορική συμφωνία, αφού αναδιαμόρφωσε το σύστημα εργασιακών σχέσεων της χώρας. 

H Γαλλία κατήργησε το δικό της σύστημα το 1982, σε μια προσπάθεια της κυβέρνησης της χώρας να αντιμετωπίσει τον ψηλό πληθωρισμό.

Η Δανία προχώρησε στην οριστική κατάργηση του συστήματος αυτόματης αναπροσαρμογής των μισθών το 1987, ενώ η εφαρμογή του συστήματος είχε ανασταλεί από το 1983. Η απόφαση της δανέζικης κυβέρνησης, που πάρθηκε παρά τις αντιδράσεις των συντεχνιών και τα απεργιακά μέτρα, επικυρώθηκε με νομοθεσία που ψήφισε το κοινοβούλιο της χώρας και οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτή ήταν ο συνεχιζόμενος αυξημένος πληθωρισμός και η μείωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. 

Στην Ολλανδία, το σύστημα αυτόματων αναπροσαρμογών καταργήθηκε τη δεκαετία του ’80, κατόπιν συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων, καθώς κρίθηκε ότι αυτό αφαιρούσε την ευελιξία στον καθορισμό των μισθών και την προσαρμογή τους στα πραγματικά δεδομένα της κάθε επιχείρησης. Οι λόγοι που οδήγησαν στην ανάγκη για επίτευξη συμφωνίας ήταν ο ψηλός πληθωρισμός, σε συνδυασμό με τα ψηλά ποσοστά ανεργίας και τη συρρίκνωση της οικονομίας. 

Η Ισλανδία, επίσης, κατήργησε το δικό της σύστημα το 1983 με απόφαση της κυβέρνησης και πάλι οι λόγοι ήταν ο ψηλός πληθωρισμός και η κρίση που αντιμετώπιζε η οικονομία της χώρας.

Τα παραδείγματα πολλά, αφού σήμερα καμία χώρα στην Ευρώπη δεν εφαρμόζει σύστημα αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, πλην της Κύπρου και της Μάλτας. Σε όλες δηλαδή τις χώρες, η αύξηση των μισθών αποτελεί αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης και συμφωνίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Εκεί δε που εφαρμοζόταν μηχανισμός αυτόματης αναπροσαρμογής μισθών, καταργήθηκε, είτε με αποφάσεις των κυβερνήσεων, είτε με συμφωνία των εταίρων, με σκοπό να προστατευτεί η οικονομία και η ευρωστία των επιχειρήσεων.

Η Ομοσπονδία Εργοδοτών & Βιομηχάνων (ΟΕΒ) έχει επανειλημμένα εκφράσει την θέση αρχής σε σχέση με τον καθορισμό του ύψους των μισθών και συγκεκριμένα ότι οι όποιες μισθολογικές αναπροσαρμογές θα πρέπει να καθορίζονται στη βάση των δεδομένων της οικονομίας, μέσα από συλλογικές ή ατομικές διαπραγματεύσεις, είτε σε κλαδικό επίπεδο είτε σε επιχειρησιακό. Θα πρέπει δηλαδή να διατηρείται η απαιτούμενη ευελιξία που αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην αντιμετώπιση σοβαρών κρίσεων.

Η ΑΤΑ αποτελεί αντιπαραγωγικό και αναχρονιστικό θεσμό και ο απόλυτα ανελαστικός τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα, αυξάνοντας αυτόματα και οριζόντια το εργατικό κόστος, επιδεινώνει το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα ανατροφοδοτεί τον πληθωρισμό και περιορίζει τις πραγματικές δυνατότητες ανάπτυξης της οικονομίας.

Σε αντίθεση, λοιπόν, με το τι έγινε σε όλη την Ευρώπη, στην Κύπρο οι συντεχνίες αξιώνουν όχι μόνο τη συνέχιση του θεσμού της ΑΤΑ αλλά και την ενίσχυση της μέσω της επαναφοράς του συστήματος στο τι ίσχυε πριν την χρηματοπιστωτική κρίση του 2013. Σε μια περίοδο δηλαδή που η κυπριακή οικονομία ταλανίζεται από τις οδυνηρές συνέπειες της πανδημίας και της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και τα σοβαρά προβλήματα που πρόσθεσε στην προμήθεια, επάρκεια και κόστος όλων σχεδόν των αγαθών, των πρώτων υλών και της ενέργειας, οι συντεχνίες ζητούν αύξηση των μισθών, χωρίς να ληφθούν υπόψη όλα τα δεδομένα και να εξεταστεί η δυνατότητα των επιχειρήσεων να τις παραχωρήσει. 

Οι δικές μας συντεχνίες, δηλαδή, επιλέγουν να διατηρούν ένα θεσμό αντιπαραγωγικό, αρνούμενες να αποδεχτούν ότι για να υπάρχει υγιής οικονομία και εύρωστες επιχειρήσεις που θα μπορούν να δημιουργούν θέσεις εργασίας, πρέπει οι αμοιβές να συνδέονται με την παραγωγικότητα και όχι με τις αυξομειώσεις του πληθωρισμού, ούτε με άλλους αντιοικονομικούς αυτοματισμούς (πχ αυτόματες προσαυξήσεις και ισοπεδωτικές γενικές αυξήσεις, ίσα και όμοια για όλους). Οι όποιες μισθολογικές αυξήσεις θα πρέπει να περιορίζονται εντός του πλαισίου της παραγωγικότητας και να είναι συνδεδεμένες με την απόδοση του κάθε εργοδοτούμενου και με τα οικονομικά αποτελέσματα της κάθε επιχείρησης ξεχωριστά.

Οι επιχειρήσεις ήδη θα επωμιστούν το κόστος της θέσπισης εθνικού κατώτατου μισθού (ΕΚΜ), χωρίς μάλιστα να έχει γίνει ανάλυση του πραγματικού κόστους αυτού και παρά τις συστάσεις της ΟΕΒ ότι τα δεδομένα επιβάλλουν την σταδιακή εισαγωγή και εφαρμογή του ΕΚΜ από χαμηλότερα επίπεδα, καθώς μια μεταρρύθμιση τέτοιας εμβέλειας σε συνθήκες αβεβαιότητας ενδέχεται να προκαλέσει αστάθμητες συνέπειες, όχι μόνο για τη βιωσιμότητα και ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων αλλά και για την ανεργία και την αδήλωτη εργασία.

Η ανάγκη κατάργησης της ΑΤΑ δεν είναι μόνο θέση της ΟΕΒ αλλά έχει υποδειχθεί από διακεκριμένους διεθνείς οργανισμούς και φορείς παγκόσμιας εμβέλειας και κύρους, όπως η Διεθνής Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εξάλλου, δεν μπορεί να είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές χώρες που εφάρμοσαν για ένα διάστημα το σύστημα αυτό, όπως έχω ήδη περιγράψει, το έχουν όλες εγκαταλείψει, σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα με τη σύμφωνο γνώμη και των συντεχνιών. Εμείς τι περιμένουμε;

* Διευθύντρια Εργασιακών Σχέσεων & Κοινωνικής Πολιτικής, ΟΕΒ