Το να διαφοροποιείται η νομολογία του Δικαστηρίου εκεί και όταν χρειάζεται αποτελεί ένδειξη της δύναμης για συνεχή εξέλιξη του δικαίου. Όμως, ενίοτε υπάρχουν περιπτώσεις αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων, που συντελούν στο να επικρατεί ένα «αβέβαιο» δίκαιο. Για παράδειγμα, σε πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, αποφασίστηκε η ανατροπή πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου, που υιοθέτησε περί το θέμα της αμεροληψίας άλλη προηγούμενη ανάλογη νομολογία. Συγκεκριμένα, η πρωτόδικη απόφαση έκρινε ότι συνέτρεξε παραβίαση φυσικής δικαιοσύνης και ειδικά της αρχής της αμεροληψίας γιατί συμμετείχε σε δύο διαδοχικές διαδικασίες επιλογής, ένας καθηγητής, πρώτα ως μέλος της συμβουλευτικής ειδικής επιτροπής και στη συνέχεια ως μέλος του εκλεκτορικού σώματος που θα εξέταζε την εισήγηση της ειδικής επιτροπής και θα αποφάσιζε τελικά. Τούτο, μάλιστα, ενώ είχε για τον λόγο αυτό ζητηθεί η εξαίρεσή του.

Το Εφετείο όμως έκρινε ότι αφού «η συγκρότηση του εκλεκτορικού σώματος καθορίζεται από τη νομοθεσία, υπάρχει εξαίρεση από την αρχή ότι δεν επιτρέπεται η συμμετοχή στο αποφασίζον όργανο, μέλους που μετείχε στο γνωμοδοτικό». Μάλιστα, το Εφετείο διαπίστωσε ότι τέτοιος λόγος εξαίρεσης δεν προβλέπετο από τους πανεπιστημιακούς νόμους και κανονισμούς και κατέληξε στη θεώρηση ότι «θα ήταν λογικά αναμενόμενο να αναφέρετο τέτοια απαγόρευση, εάν όντως υπήρχε τέτοια ανάγκη διασφάλισης της αρχής της αμεροληψίας». 

Η νομολογία όμως, αλλά και η νομοθεσία, καθιέρωσαν σαφώς δεσμευτική αρχή δικαίου, αφού σύμφωνα με το άρθρο 42(1) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Νόμο 158(Ι)/99) τα διοικητικά όργανα που μετέχουν στην παραγωγή μίας διοικητικής πράξης πρέπει να παρέχουν τα εχέγγυα αμερόληπτης κρίσης. Παράβαση του κανόνα δημιουργεί τεκμήριο μεροληψίας. Το δε κριτήριο είναι αντικειμενικό. Γι’ αυτό και τονίστηκε κατ’ επανάληψη σε πολλές αποφάσεις του δικαστηρίου ότι «Δεν είναι δυνατή η συνύπαρξη της ιδιότητας γνωμοδοτικού και αποφασιστικού οργάνου στο αυτό πρόσωπο. Μια τέτοια συνύπαρξη καθιστά το μέλος του οργάνου, δικαστή της ίδιας αυτού υπόθεσης, κατά παράβαση του σχετικού κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης».

Προφανώς, οι γενικότεροι αυτοί κανόνες νόμιμης και χρηστής διοίκησης δεν χρειάζεται να προβλέπονται σε κάθε ξεχωριστό νόμο που ορίζει ποιοι συγκροτούν ένα συλλογικό όργανο. Μάλιστα, περί τούτου υπάρχουν και οι άγραφοι κανόνες δεοντολογίας γιατί ουδείς μπορεί να είναι αντικειμενικός κριτής των δικών του αποφάσεων που προηγήθηκαν. Ας μη ξεχνούμε και την πρόσφατη παραίτηση του προέδρου του ΟΑΥ που λόγω φυσικής δικαιοσύνης και χρηστής διοίκησης συνέτρεχε κώλυμα να κατέχει την εν λόγω θέση. Ένα κώλυμα κατά τις αρχές της χρηστής διοίκησης! Είναι το ίδιο το συλλογικό όργανο που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα με βάση την οποία πρέπει να αποφασίζει (πρόσθετα και ανεξάρτητα προς το δικαίωμα αυτοεξαίρεσης που έχει κάθε μέλος) ότι πρέπει να εξαιρεθούν από τη διαδικασία της τελικής κρίσης, όσα μέλη του λειτούργησαν ήδη προπαρασκευαστικά ως γνωμοδοτικό όργανο. Ας μη διαφεύγει της προσοχής, ότι την επιβεβαίωση ύπαρξης κράτους δικαίου την διαμορφώνει η νόμιμη και χρηστή λειτουργία των διοικητικών οργάνων!

*Δικηγόρος, πρώην βουλευτής