
Η έκδοση διατάγματος ανάκτησης της κατοχής υποστατικού εναντίον του συζύγου, όταν αυτό βρίσκεται σε ισχύ, δεν επιτρέπει στη σύζυγο που έλαβε γνώση του διατάγματος και της εκτέλεσής του να ζητήσει αναγνωριστική απόφαση ότι η ίδια ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η θέσμια ενοικιάστρια του υποστατικού. Εξάλλου, η έκδοση από το δικαστήριο αντιφατικών διαταγμάτων, όχι μόνο είναι ανεπιθύμητη και μη επιτρεπτή, παρέχει δικαίωμα στον επηρεαζόμενο διάδικο να ζητήσει με έφεση την ακύρωση νεότερου διατάγματος που συγκρούεται με προηγούμενο. Επιπρόσθετα, ο κανόνας του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς επηρεάζει τη νομική σχέση που δημιουργήθηκε με την έκδοση του αρχικού διατάγματος, συμπεριφορά η οποία ισοδυναμεί με αποδοχή του. Ούτε η παράλειψη επίκλησης του κανόνα του κωλύματος σε έφεση μπορεί να αποστερήσει το δικαστήριο από την εξουσία να εφαρμόσει την αρχή του κωλύματος, όταν φυσικά οι περιστάσεις το δικαιολογούν. Ο διάδικος που επιθυμεί να προστατεύσει τυχόν δικαιώματα του που επηρεάζονται, οφείλει να ενεργήσει έγκαιρα μόλις λάβει γνώση του διατάγματος και να χρησιμοποιήσει τις νομικές διαδικασίες που του επιτρέπουν την ακύρωση του, αντί να επιζητήσει την έκδοση αντιφατικού διατάγματος.
Η επιλογή προώθησης δικαστικής διαδικασίας για έκδοση αντιφατικού διατάγματος οδηγεί σε ατελέσφορο αποτέλεσμα και είτε θα απορριφθεί, είτε εάν εκδοθεί το διάταγμα θα ακυρωθεί κατ’ έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε η δικαστής κα Στάλω Χατζηγιάννη στην Π.Ε.272/2014, ημερ.12.7.2022, έθεσε τη διάσταση του θέματος με το ερώτημα κατά πόσο το πρωτόδικο δικαστήριο, παρά την ύπαρξη του προηγούμενου διατάγματος ανάκτησης κατοχής του υποστατικού, το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο βρισκόταν σε ισχύ, ορθά προχώρησε στην έκδοση της επίδικης αναγνωριστικής δήλωσης. Η απάντηση στο ερώτημα, ανέφερε, είναι καταφανώς αρνητική.
Τόνισε ότι η σύζυγος, αν και είχε το δικαίωμα με βάση τη Δ.43(Α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ως πρόσωπο που επικαλείτο ότι είχε πραγματική κατοχή του υποστατικού να αποταθεί στο δικαστήριο για θεραπεία, αφού είχε λάβει γνώση του σχετικού διατάγματος, εντούτοις σε κανένα σχετικό δικονομικό διάβημα προέβηκε και χωρίς καμία ένσταση, επέτρεψε την εκτέλεση του διατάγματος εναντίον της και τη συνακόλουθη παράδοση του υποστατικού στον ιδιοκτήτη. Ότι έχει σημασία ανέφερε είναι το εν τέλει εκ συμφώνου εκδοθέν διάταγμα ανάκτησης κατοχής εναντίον του συζύγου της, το οποίο ουδέποτε ακυρώθηκε. Η σύζυγος δεν καταχώρησε αίτηση να αιτηθεί την αναθεώρηση, τροποποίηση ή ακύρωση του διατάγματος έξωσης, επικαλούμενη ότι αυτό επιτεύχθηκε συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους, με βάση το άρθρο 6 του Νόμου 23/1983. Η εν λόγω παράλειψη δεν της επέτρεπε να αιτηθεί την έκδοση της αιτηθείσας αναγνωριστικής δήλωσης.
Εν κατακλείδι, το δικαστήριο έκρινε ότι ουσιαστικά διαπιστώνεται ότι:- (α) ο τρόπος που η σύζυγος επέλεξε να αντιμετωπίσει το εκδοθέν διάταγμα έξωσης του υποστατικού εναντίον του συζύγου της και ειδικότερα η αδράνεια που επέδειξε στην εκτέλεση του και η παράλειψη της να αιτηθεί την ακύρωση του, και (β) η παράλειψη της να εκτελέσει τον όρο που είχε θέσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια του προσωρινού διατάγματος που αυτή είχε εξασφαλίσει – το οποίο απαγόρευε την παρεμπόδιση της ειρηνικής απόλαυσης και χρήσης του μίσθιου από την ίδια – με αποτέλεσμα να ακυρωθεί, ισοδυναμεί με την εν τέλει αποδοχή εκ μέρους της, της έκδοσης του διατάγματος έξωσης και ως εκ τούτου εμποδιζόταν λόγω συμπεριφοράς, να συνεχίσει τη δικαστική διαδικασία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία αξίωνε όπως αναγνωριστεί η ίδια ως θέσμια ενοικιάστρια του υποστατικού.
Αναφορικά με το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς, το δικαστήριο αναφέρθηκε στον σχετικό κανόνα και παρέπεμψε σε νομολογία και σε αγγλικό σύγγραμα, όπου αναφέρεται ότι “όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στον συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή”.
Καταληκτικά, το δικαστήριο επισήμανε ότι η μη ρητή αναφορά του κανόνα του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, στους λόγους έφεσης του ιδιοκτήτη, ουδόλως αποστερεί το Εφετείο από την εξουσία να εξετάσει την εφαρμογή του, εφόσον αυτή δικαιολογείται από τα αδιαμφισβήτητα περιστατικά της υπόθεσης. Κατ’ ακολουθία, επέτρεψε την έφεση και παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα