Στον απόηχο της πρόσφατης μόλις κρούσης του κουδουνιού στις αυλές των Δημοτικών Σχολείων, για των καλοκαιρινών διακοπών την έναρξη, μία μαυρόασπρη φωτογραφία του 1932-1933, γίνηκε η αφορμή, να με ταξιδέψει στην αφετηρία εκείνου του πρώτου διδακτηρίου Στροβόλου.
Απαραίτητο το σχολείο, ως μονάδα παιδαγωγική, ως πρωτογενής ή δευτερογενής παράγοντας ο οποίος αποστολή του έχει πρώτιστη στης γνωσιολογικής και ψυχοσυναισθηματικής επάρκειας καθενός το πλάσιμο, συνεργός ωφέλιμος, μαζί του να συμπορεύονται η οικογένεια, η εκκλησία, η υγιής γειτονιά, η συναναστροφή μες την αθλητική ή κοινωνική ομάδα με συνομήλικα παιδιά, η σχολική εκδρομή, η συμμετοχή στα ήθη, στα κοινά, στα έθιμα.
Στα 1810, ως πρώτο διαπιστώνεται σύμφωνα με τις μαρτυρίες των Στροβολιωτών ότι λειτούργησε στον Στρόβολο, το πρώτο εκείνο Δημοτικό Σχολείο, το στεγασμένο σε μετόχι της Ιεράς Μονής Παναγίας Μαχαιρά, με διδασκάλους τους μοναχούς και τους ιερείς και την οικονομική αρωγή της ίδιας της Ιεράς Μονής μα και του τότε ιδρυτή του, Αρχιεπισκόπου Κυπριανού.
Στα μετέπειτα μαρτυρικά εκείνα χρόνια που ακολούθησαν του απαγχονισμού του ευεργέτη και προστάτη Εθνομάρτυρα Κυπριανού, εύλογο ήτανε πως ανάμεσα σε όλα τα άλλα θα επηρεαζόταν κι η παιδεία. Πρώτιστα ίσως στους στόχους των οχτρών η παιδεία η ίδια, καθότι είχαν αντιληφθεί την επίδραση και την ύψιστη αποστολή που είχε η Εκκλησία στην εθνική μας επιβίωση, για τούτο και θανάτωσαν διά του απαγχονισμού και της σφαγής, τους ρασοφόρους πρωτεργάτες καθοδηγητές μας.
«Η Ορθόδοξη Εκκλησία υπήρξε η κιβωτός της σωτηρίας του Ελληνικού Γένους και η δύναμη εκείνη που με το ποιμαντικό και εθνικό της έργο, προετοίμασε τον υπόδουλο Ελληνισμό να αγωνιστεί και να κερδίσει την ελευθερία του». Τούτα ήταν τα λόγια από την επιμνημόσυνη ομιλία του Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Ταμασού και Ορεινής, κ. Ησαΐα, όπως αντήχησαν μες τον Ιερό Ναό του Χρυσοσώτηρος Καμπιών, στο περσυνό μνημόσυνο του Εθνομάρτυρος Κυπριανού.
«Ο Ελληνισμός επέζησε τρεφόμενος από την Εκκλησία, γιατί οι Έλληνες αδιάκοπα ήλπιζαν και έκαναν σχέδια για την ημέρα που θα ανακτούσαν εκ νέου την ελευθερία τους», αναφέρει ο φημισμένος βυζαντινολόγος Άγγλος ιστορικός, Σερ Στήβεν Ράνσιμαν. στο βιβλίο του «Η μεγάλη εκκλησία εν αιχμαλωσία 1204 μ.Χ.-1821μ.Χ.».
Κρυφά σχολειά στεγαστήκαν στα σπίτια των περίοικων Στροβολιωτών άμα τη απώλεια του Εθνομάρτυρά τους και στους τόπους εργασίας των γονέων των παιδιών, με διδασκάλους τους Χατζηκυριάκο Τζιέφαλο το 1860, ενώ τούτος ύφαινε σακιά στο εργαστήρι του και τους Χατζηκυριάκο και Ναθαναήλ Χατζηκαλλή στα 1865, με μαθητές δεκαπέντε ο καθένας τους.
Στον περίβολο του Ιερού Ναού της Στροβολιώτισσας Παναγίας Χρυσελεούσης, εικάζεται ότι υπήρχε λυόμενη ξυλοστεγής παράγκα, η οποία λειτούργησε το 1866, ως το πρώτο κοινοτικό σχολείο Στροβόλου με αύξηση συνόλου μαθητών, τριάντα και με διδάσκαλό τους, τον Μικρασιάτη μοναχό Νεόφυτο.
«Παιδαγωγία», το πρωτεύον διδασκαλίας μάθημα, το «αλφαβητάριο» ακολούθως, το «αναγνωσματάριον», η «γεωγραφία», «τα κοινά εκκλησιαστικά», «οκτώηχον», «ψαλτήριον», τον «Απόστολον», ώστε τα παιδιά συλλειτουργοί των Αγγέλων να γίνονται για τις ανάγκες της εκκλησίας.
Σε κάποια ολιγάριθμα ορεινά σχολεία, απαντάται έως σήμερα η εφαρμογή του συστήματος εκείνου, «των πρωτόσχολων», όπου οι κατανεμημένοι μαθητές σε τάξεις, διδάσκουν τους μικρότερούς τους.
Πέντε μπακίρες, πέντε γρόσια, ήταν ο οβολός καθενός μαθητή για τη μηνιαία χρηματική αμοιβή του διδασκάλου τους, ο απεριόριστος έκδηλος σεβασμός και η εκτίμηση, τα καλούδια από κάθε σπίτι μες των μαθητών τα χέρια, κρίνα, αγριομαργαρίτες, ματσικόριδα μες το αλουμινόχαρτο όπως-όπως τυλιγμένα, δώρα ως έκφραση εκτίμησης προς το διδάσκαλό τους.
«Επροσηκώννουνταν», ως λεν’ ώσπου να κάτσει ο δάσκαλος στη θέση τη δική του. «Παρών διδάσκαλε», «παρούσα κύριε», απαντούσαν το χέρι σηκώνοντας στην εκφώνηση των ονομάτων τους σε κάθε πρωινή λήψη παρουσιών.
«Γιατί δεν ήλθες χτες στην εκκλησία;»
Ήταν η σταθερή ερώτηση του διδασκάλου τους κάθε πρωινό Δευτέρας, μα και η υπογράμμιση πόσο στην αθροιστική αγωγή των μαθητών, επιδρούσε η συμμετοχή και παρουσία τους στη θεία λειτουργία.
Στρογγύλοι σπόροι, «ρόβκια», όπως τα λεν, χυμένοι μες σε ένα πλαίσιο ξύλινο, πάνω στο οποίο καλούνταν να ισορροπήσουν με λυγισμένα γόνατα ήταν μία ανάμεσα σε άλλες, παιδαγωγική τους συμμόρφωση και τιμωρία, οι ραβδισμοί σε παλάμες και πατούσες, στα πισινά και το τράβηγμα αυτιών, για τους ζωηρούς απειθάρχητους μαθητές του σχολείου.
Ως πρώτο με την ξεκάθαρη αποστολή του, Δημοτικό Σχολείο, αναφέρεται το 1915 το πετρόκτιστο από πωρόλιθους στης ώχρας το χρώμα κτήριο, το οποίο λειτούργησε μεταγενέστερα ως Δημαρχείο Στροβόλου, επί της οδού Αρχιεπισκόπου Κυπριανού. Δεύτερο Δημοτικό Σχολείο, στεγάστηκε το 1929, στα νεότερης αρχιτεκτονικής παρακείμενα του πρώτου κτίρια, απέναντι από το Σωματείο «Κεραυνός»
«Αλατζιά», είχε το όνομα η καρό μαυρόασπρη ποδιά με το λευκό το μικρό κολάρο, το πλουμισμένο με νήμα λευκό και βελονάκι από τα επιδέξια χέρια κάθε μάνας, κολαριστά σιδερωμένο και πλυμένο με στάχτη καρβούνων κι αλουσίβα και το λευκό των αγοριών πουκάμισο.
Λευκό το υφασμάτινο μαντήλι όλων τους πάνω στο οποίο απλώνανε τα χέρια τους ώστε να περάσει κάθε ημέρα ο δάσκαλος να δει νύχια κομμένα όμορφα και παστρικά τα χέρια.
«Τετράδια, μολύβια, σβήστρα και ξύστρα, μας τα έδινε ο δάσκαλος σε όλους ακριβώς τα ίδια, δεν είχε τότες βιβλιοπωλεία για να αγοράζει ο κάθε μαθητής τι θέλει».
«Τ’ αλφαβητάριον»
Κι η προσευχή, κάθε πρωί, «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς», με το εικόνισμα της βρεφοκρατούσας Παναγιάς αντίκρυ μας πάνω από τον πρασινοπίνακα, ήταν το έναυσμα της μέρας.
Το πρώτο εκείνο έτος της κυπριακής Ανεξαρτησίας το 1960, βρήκε μετέωρη την ελληνική κυπριακή εκπαίδευση να ελέγχεται ακόμα από τις μεταβατικές διατάξεις της κυβέρνησης, σχολικών επιτροπών, ή και ιδιωτών επιχειρηματιών. Τη διοίκηση της Δημοτικής Εκπαίδευσης ασκούσε αχνά η αποικιοκρατική εξουσία, ενώ κατά τα μεταβατικά έτη που ακολούθησαν αμέσως μετά την υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, ανέλαβε σταδιακά τη διοίκηση της ελληνοκυπριακής εκπαίδευσης σε κάθε βαθμίδα της, το Ελληνικό Εκπαιδευτικό Συμβούλιο.
* Εκπαιδευτικός – Εικαστικός – Ερευνήτρια