Η αρχή της ισότητας της αμοιβής μεταξύ γυναικών και ανδρών αναφέρεται ως μία πτυχή της αρχής της ισότητας των φύλων. Πώς προστατεύεται η αρχή αυτή στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Ήδη από το 1957 η αρχή, σύμφωνα με την οποία γυναίκες και άνδρες πρέπει να λαμβάνουν ίση αμοιβή για εργασία ίσης αξίας, κατοχυρώθηκε στις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και πλέον αποτυπώνεται στο άρθρο 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ, επιτρέποντας τη θετική δράση για την ενίσχυση της θέσης των γυναικών. Το εν λόγω άρθρο εισάγει ίσως τη σπουδαιότερη εφαρμογή της αρχής της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων στην ενωσιακή έννομη τάξη, καθώς επιβάλλει την ίση μεταχείριση γυναικών και ανδρών ειδικά στις αμοιβές για ίσης αξίας εργασία, υποδεικνύοντας σαφείς παραμέτρους για την εξίσωση των αμοιβών. Επίσης, η διατύπωση του άρθρου 23 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ περί ισότητας της αμοιβής προωθεί με ισχύ πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου τη λήψη μέτρων για την προώθηση της πραγματικής ισότητας, σε αντίθεση με άλλες διατάξεις που στοχεύουν κυρίως στην καταπολέμηση και εξάλειψη των ανισοτήτων.
>Αμοιβή χωρίς διακρίσεις φύλων
Πέρα από τις Συνθήκες και τον Χάρτη, το δευτερογενές ενωσιακό δίκαιο ήδη απαιτεί από τους εργοδότες να εξασφαλίζουν ίση αμοιβή για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας μεταξύ γυναικών και ανδρών. Ειδικότερα για το ζήτημα της ισότητας της αμοιβής, αυτή προβλέφθηκε στην Οδηγία 75/117/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών. Επίσης, υιοθετήθηκε η Οδηγία 2002/73/ΕΚ, στην οποία αναφέρεται ότι η αρχή ισότητας της αμοιβής μεταξύ εργαζόμενων γυναικών και ανδρών αποτελεί ουσιώδες και αναπόσπαστο τμήμα του κοινοτικού κεκτημένου όσον αφορά στις διακρίσεις λόγω φύλου. Επιπλέον, στην Οδηγία 2006/54/ΕΚ για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης προβλέπεται ότι για όμοια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται η αυτή αξία, καταργούνται οι άμεσες και έμμεσες διακρίσεις λόγω φύλου όσον αφορά όλα τα στοιχεία και τους όρους αμοιβής. Ειδικότερα, όταν χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατάταξης για τον καθορισμό των αμοιβών, το σύστημα αυτό βασίζεται σε κοινά κριτήρια για τους εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες και επιβάλλεται κατά τρόπο που να αποκλείει τις διακρίσεις που βασίζονται στο φύλο.
>Μισθολογική διαφάνεια
Το δευτερογενές δίκαιο συμπληρώθηκε το 2014 από Σύσταση της Επιτροπής σχετικά με τη μισθολογική διαφάνεια. Στις 5 Μαρτίου 2020 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τη στρατηγική για την ισότητα των φύλων 2020-2025 και ως έναν από τους πρώτους στόχους πρότεινε δεσμευτικά μέτρα για τη μισθολογική διαφάνεια, υποβάλλοντας πρόταση Οδηγίας για ενίσχυση της εφαρμογής της αρχής της ίσης αμοιβής για ίση εργασία ή για εργασία ίσης αξίας μεταξύ γυναικών και ανδρών μέσω μισθολογικής διαφάνειας και μηχανισμών επιβολής. Ομοίως έχει προτείνει την υιοθέτηση Οδηγίας και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
>Πώς συνδέεται η μισθολογική διαφάνεια με την αρχή της ισότητας της αμοιβής μεταξύ γυναικών και ανδρών;
Η έλλειψη μισθολογικής διαφάνειας αποτελεί ένα από τα βασικά εμπόδια για την άσκηση του δικαιώματος, καθώς δεν επιτρέπει στους εργαζομένους να συγκρίνουν την αμοιβή τους κατά μέσο όρο με εκείνη των συναδέλφων τους του άλλου φύλου, οι οποίοι εκτελούν την ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας. Επιπλέον, ελλείψει μισθολογικής διαφάνειας, οι εργοδότες δεν επανεξετάζουν κατ’ ανάγκη τις μισθοδοσίες, ενώ η έλλειψη μισθολογικής διαφάνειας ευνοεί τη διαιώνιση των προκαταλήψεων λόγω φύλου κατά τον καθορισμό των μισθών. Η μισθολογική διαφάνεια θα δώσει στους εργαζομένους τη δυνατότητα να ασκούν το δικαίωμά τους σε ίσες αμοιβές, παρέχοντάς τους πρόσβαση στις απαραίτητες πληροφορίες σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679), ώστε να μπορούν να αξιολογούν κατά πόσον υφίστανται ή όχι διακρίσεις σε σύγκριση με τους συναδέλφους τους του άλλου φύλου που εκτελούν όμοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας.
>Ποιες εξελίξεις επί πραγματικών υποθέσεων έχουν προκύψει σχετικά στην ΕΕ;
Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) και στη συνέχεια το Δικαστήριο της ΕΕ έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προώθηση της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών. Το μεγαλύτερο μέρος της οικείας νομολογίας που αφορά σε θέματα ίσης μεταχείρισης γυναικών και ανδρών είναι τα προδικαστικά ερωτήματα για περιπτώσεις άμεσων ή έμμεσων διακρίσεων στον επαγγελματικό χώρο και των επιτρεπόμενων εξαιρέσεων, όπου λόγω της φύσης ή των ειδικών συνθηκών της δραστηριότητας, το φύλο αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στην άσκησή του. Ειδικότερα, στην απόφαση Bilka (170/84) το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα μέτρο που αποκλείει τους εργαζομένους μερικής απασχόλησης από ένα επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σύστημα συνιστά «έμμεση διάκριση», εάν επηρεάζει πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών, εκτός αν μπορεί να αποδειχθεί ότι ο εν λόγω αποκλεισμός δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες άσχετους προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου. Στην απόφαση Test Achats (C-236/09) το Δικαστήριο έκρινε ότι για τους σκοπούς της ασφάλισης θα πρέπει να εφαρμόζεται σε άνδρες και γυναίκες το ίδιο σύστημα αναλογιστικού υπολογισμού για τον προσδιορισμό των ασφαλίστρων και των ασφαλιστικών παροχών. Εξάλλου, όπως είναι γνωστό, η απόλυση κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας και της εγκυμοσύνης απαγορεύεται, καθώς συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου και ελάχιστες εξαιρέσεις, μη αναγόμενες στην κατάσταση αυτή, νοούνται ως προς την αρχή αυτή (Dita Danosa, C-232/09). Στην απόφαση Marschall (C-409/95) το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνικός κανόνας που απαιτεί να δίδεται προτεραιότητα στην προώθηση γυναικών υποψηφίων σε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν περισσότερες γυναίκες από άνδρες σε έναν τομέα («θετική διάκριση») δεν απαγορεύεται από την κοινοτική νομοθεσία, υπό την προϋπόθεση ότι τα πλεονεκτήματα δεν παρέχονται αυτομάτως, ότι η υποψηφιότητα των ανδρών υποψηφίων εξετάζεται αντικειμενικά και ότι αυτοί δεν αποκλείονται a priοri από την υποβολή αίτησης.
Στην απόφαση-σταθμό Defrenne (43/75) το Δικαστήριο δέχθηκε το άμεσο αποτέλεσμα της αρχής της ίσης αμοιβής μεταξύ γυναικών και ανδρών εργαζομένων. Πλέον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η σχετική διάταξη της Συνθήκης παράγει άμεσα αποτελέσματα, υπό την έννοια ότι γεννά υπέρ των ιδιωτών δικαιώματα που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προασπίζουν (Safeway, C‑171/18). Έκρινε, επίσης, ότι η αρχή αυτή ισχύει όχι μόνο για τις ενέργειες των δημοσίων αρχών, αλλά ότι καλύπτει και όλες τις συμβάσεις που έχουν σκοπό να ρυθμίσουν κατά συλλογικό τρόπο την έμμισθη εργασία. Εξάλλου, έχει κριθεί ότι το άρθρο 157 επιβάλλει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων γυναικών και ανδρών μόνο στην περίπτωση όμοιας εργασίας ή εργασίας ίσης αξίας (Murphy κ.λπ., 157/86), θεσπίζοντας την αρχή ότι η όμοια εργασία ή η εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία πρέπει να αμείβεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε παρέχεται από άνδρα είτε από γυναίκα. Η αρχή αυτή αποτελεί την ειδική έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας, που απαγορεύει τη διαφορετική αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά (Brunnhofer, C‑381/99). Τούτο κρίθηκε και στην προσφάτως εκδοθείσα απόφαση του ΔΕΕ του Ιουνίου 2021 Κ κ.λπ. κατά Τesco Stores Ltd (C‑624/19, Βλ. μελέτη Β.Καραγκούνη στο http://www.publiclawjournal.com). Τέλος, στην απόφαση Barber (C-262/88) το Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι επαγγελματικές συντάξεις κάθε είδους συνιστούν αμοιβή υπό την έννοια της Συνθήκης και ότι ως εκ τούτου, η αρχή της ίσης μεταχείρισης εφαρμόζεται και σε αυτές.
Eurostat: Στο 13% το χάσμα
>Κατά πόσον εφαρμόζεται στην πράξη η αρχή της ίσης αμοιβής μεταξύ γυναικών και ανδρών;
Παρά την ύπαρξη νομικού πλαισίου, η αρχή της ίσης αμοιβής δεν εφαρμόζεται και δεν επιβάλλεται πλήρως. Το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων στην ΕΕ παραμένει στο 13% σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat.
>Πώς πρέπει να δράσουν η ΕΕ και τα κράτη μέλη για την προώθηση της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ γυναικών και ανδρών;
Στο επιδιωκόμενο όραμα για την Ευρώπη, όπως αυτό αποτυπώνεται στο πρωτογενές και δευτερογενές ενωσιακό δίκαιο, αλλά και στη νομολογία του ΔΕΚ και μετέπειτα του ΔΕΕ, ανάγεται ως θεμελιώδης αρχή οι γυναίκες να μην υπόκεινται σε στερεότυπα και να έχουν την ευκαιρία να ευδοκιμούν. Τα όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη δεν καλούνται απλώς να καταπολεμήσουν μεθόδους διάκρισης εις βάρος κάθε φύλου, αλλά πρέπει να υιοθετούν συγκεκριμένα μέτρα ενίσχυσης, καθώς και μείωσης των μειονεκτημάτων που ενδέχεται να επιβαρύνουν την οικονομική, επαγγελματική, κοινωνική ή ιδιωτική ζωή των προσώπων.
*Επίκουρη Καθηγήτρια Νομικής Πανεπιστημίου Frederick.