Το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας εξέδωσε την περασμένη Τετάρτη μία ανακοίνωση προκειμένου να απαντήσει σε δημοσιεύματα που αφορούσαν στις αυξήσεις τιμών βασικών προϊόντων και αγαθών. Σε μια γενικού τύπου ανακοίνωση, το υπουργείο στην ουσία υποστηρίζει ότι οι αυξήσεις τιμών ήταν και είναι αναπόφευκτες και ότι δε φέρει καμία ευθύνη, καθώς είναι αποτέλεσμα των επιπτώσεων της πανδημίας και της κρίσης με τον πόλεμο στην Ουκρανία.
«Είναι γεγονός», αναφέρει το υπουργείο στην ανακοίνωσή του, «ότι τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα, τα οποία προέκυψαν από την πανδημία Covid-19, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, οδήγησαν σε συνεχείς αυξήσεις τιμών πρώτων υλών και βασικών καταναλωτικών αγαθών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση».
Ειδικότερα», προσθέτει, «η μείωση της διαθέσιμης ποσότητας ζωοτροφών με την οποία η Ουκρανία τροφοδοτούσε το 40% της αγοράς, σε συνδυασμό με την αύξηση στην τιμή του πετρελαίου και κατ’ επέκταση των μεταφορών, οδήγησαν σε αύξηση των τιμών κριθαριού, σιταριού και αραβόσιτου, τόσο στην ΕΕ, όσο και στην Κύπρο, όπου οι ζωοτροφές στην πλειονότητα τους εισάγονται. Οι αυξήσεις αυτές είχαν αλυσιδωτές επιπτώσεις, που αντικατοπτρίζονται και σε επίπεδο τιμών παραγωγού, αλλά και στον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για τα τρόφιμα».
Επομένως, κατά το Υπουργείο, ουδεμία ευθύνη φέρει, τόσο το ίδιο όσο και η Κυβέρνηση γενικότερα. Μας διαβεβαιώνει μάλιστα πως «παρακολουθεί στενά τις αυξομειώσεις στον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, εξετάζει το εύρος και τους λόγους των μεταβολών στις τιμές των τροφίμων, και βρίσκεται σε συνεχή συνεννόηση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς έτσι ώστε, εάν και εφόσον κριθεί αναγκαίο, να παρέμβει με μέτρα για συγκράτηση των τιμών και πάταξη της όποιας πιθανής αισχροκέρδειας».
Πρόκειται, βέβαια, για μια διαβεβαίωση που ακούσαμε πολλές φορές αλλά, απ’ όσο θυμάμαι, δεν είδαμε στην πράξη ποτέ. Μόνο λόγια και θα, θα, θα…
Εάν η κ. υπουργός ή οποιοδήποτε άλλο στέλεχος του υπουργείου κάνουν μία βόλτα στην αγορά θα διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι ότι όλα έχουν ακριβύνει και η μόνιμη επωδός όλων είναι πως φταίνε οι προηγούμενοι. Οι λιανοπώλες τα ρίχνουν στους εμπόρους, οι έμποροι στους προμηθευτές, οι τεχνίτες στο κόστος των υλικών και εξαρτημάτων, οι παραγωγοί στο πετρέλαιο και το ηλεκτρικό ρεύμα και ούτω καθ’ εξής. Επιμένω, επομένως, ότι μια έρευνα στην αγορά θα δείξει και θα αποδείξει ότι οι τιμές είναι υψηλότερες από αυτές που δείχνουν τα γενικά στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας και κατά δεύτερο και πιο σημαντικό, ότι υπάρχουν στην αγορά αυξήσεις που δεν δικαιολογούνται.
Το υπουργείο στην ανακοίνωσή του επικαλείται στοιχεία του Γενικού Δείκτη Τιμών για να υποστηρίξει ότι οι τιμές δεν έχουν αυξηθεί όσο αναφέρουν τα δημοσιεύματα, σημειώνοντας πως, σύμφωνα με τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή στην κατηγορία των τροφίμων, τον Ιούνιο του 2022 έναντι του Ιουνίου 2021, καταγράφεται στη χώρα μας αύξηση 9% έναντι 9,6% που είναι η αντίστοιχη μεταβολή του Δείκτη στην ΕΕ». Άρα πρέπει να είμαστε και ευχαριστημένοι που γενικά οι τιμές στα τρόφιμα αυξήθηκαν μόνο 9% και μάλιστα κατά 0,6% χαμηλότερα απ’ ό,τι στην ΕΕ (μέσος όρος).
Τι δείχνουν τα στοιχεία
Ωστόσο τα αναλυτικά στοιχεία άλλα λένε. Δείχνουν πως οι τιμές σε προϊόντα και βασικά αγαθά μέσα σε δύο χρόνια έχουν αυξηθεί σημαντικά και ότι το κόστος διαβίωσης έχει εκτοξευθεί. Σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή ECOICOP, μεταξύ Ιουνίου 2020 και 2022, καταγράφηκαν σε διάφορα τρόφιμα και αγαθά οι ακόλουθες αυξήσεις τιμών:
● Ψωμί και δημητριακά, 12,8%
● Ρύζι, 18,45%
● Ψωμί, 18,48%
● Ζυμαρικά, 17,5%
● Βοδινό και μοσχάρι, 13,09%
● Χοιρινό, 11,1%
● Αρνίσιο και κατσικίσιο, 18,6%
● Πουλερικά, 15,1%
● Φρέσκο γάλα ολόπαχο, 8,6%
● Φρέσκο γάλα με χαμηλά λιπαρά, 6,4%
● Αυγά, 19,2%
● Έλαια και λίπη, 25,2%
● Μαργαρίνη και άλλα φυτικά λίπη, 17,6%
● Παιδικές τροφές, 12,2%
● Καφές, 12,6%
● Τσάι, 12%
● Αναψυκτικά, 12,2%
Καίνε ρεύμα, καύσιμα, στέγαση
Εκεί που οι τιμές έχουν πραγματικά ξεφύγει είναι στη στέγαση, την ενέργεια και τα καύσιμα. Μεταξύ άλλων, τα προϊόντα για τακτική συντήρηση κατοικίας έχουν αυξηθεί τα τελευταία δύο χρόνια κατά 14,6% και οι υπηρεσίες για τακτική συντήρηση κατοικίας κατά 30%.
Η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος εκτοξεύθηκε κατά 42,9%, του υγραερίου 50%, των καυσίμων και λιπαντικών αυτοκινήτου 46,5%, του πετρελαίου 52,1% και της βενζίνης 45,5%.
Εν ολίγοις…
Εν ολίγοις, η Κυβέρνηση ψηλώνει τα χέρια και στην ουσία συχνά πυκνά μάς λέει ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι διότι πρόκειται για εισαγόμενο πληθωρισμό. Πρόκειται όμως για τη μισή αλήθεια. Μια κυβέρνηση που δεν σταυρώνει τα χέρια, τολμά και ψάχνει λύσεις έξω από το κουτί. Η Ουγγαρία, για παράδειγμα, κατάφερε να εξαιρεθεί από το εμπάργκο της ΕΕ στο ρωσικό πετρέλαιο, καθότι μπορεί να προμηθεύεται πετρέλαιο μόνο μέσω ενός συγκεκριμένου αγωγού. Αφού το απαίτησε, κατάφερε να πείσει και να το κερδίσει. Η Κύπρος είναι μια χώρα με ένα αντίστοιχο (ανάποδο) πρόβλημα. Ως νησί μπορεί να προμηθεύεται πετρέλαιο μόνο μέσω θαλάσσης. Δεν απαίτησε όμως τίποτε και δεν πήρε τίποτε.
Υπάρχουν βέβαια και πολλά άλλα που μπορούσαν να γίνουν. Π.χ. αναζήτηση σιτηρών από άλλες χώρες, σε συνεργασία με άλλα κράτη του νότου της ΕΕ. Επίσης, η πιθανή επιβολή πλαφόν στις τιμές των καυσίμων και του ηλεκτρισμού σε μια προσπάθεια να αναγκαστούν οι εταιρείες καυσίμων και η Αρχή Ηλεκτρισμού να αναζητήσουν προμηθευτές που προσφέρουν χαμηλότερες τιμές και να βρουν λύσεις για να προμηθευτούν καύσιμα σε καλύτερες τιμές. Διότι, αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Κύπρο, είναι να λειτουργεί ένα σύστημα που εξασφαλίζει κέρδος στις εταιρείες πετρελαιοειδών και στην ΑΗΚ, ανεξάρτητα των τιμών των καυσίμων.
* Δημοσιογράφος