Έχω θέσει πρώτος από αυτήν εδώ την στήλη, στις 17/1/2021, με τον ξεκάθαρο τίτλο «Συνταγματική μεταρρύθμιση ΤΩΡΑ!», την αδήριτη ανάγκη και το επάναγκες για την κοινωνική συνοχή και ηρεμία, η οποία μπορεί να επέλθει μόνο μέσα από την εύρυθμη λειτουργία του Κράτους και των θεσμών του, την επιτακτική ανάγκη να ανατρέψουμε το αρρωστημένο θεσμικό έκτρωμα που ζούμε και που ακούει στο όνομα της επί της ουσίας προεδρικής μοναρχίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε διαχρονικά μετά και το 1964 και το λεγόμενο δίκαιο της ανάγκης, όπως καθιερώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ιμπραχίμ. 

Χωρίς να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες ιστορικών γεγονότων, η ερμηνεία των οποίων δεν έχει σημασία για το παρόν άρθρο, απλά να αναφέρουμε ότι από τον Δεκέμβρη του 1963 όλοι οι Τούρκοι αξιωματούχοι και δημόσιοι λειτουργοί της Κυπριακής Δημοκρατίας έπαυσαν να συμμετέχουν στα όργανα του κράτους και ως εκ τούτου πρακτικά το Σύνταγμα κατέστη ανεφάρμοστο.

Τέθηκε ως εκ τούτου ένα πρακτικό και ουσιώδες ζήτημα, για το αν πλέον η Κυπριακή Δημοκρατία υπήρχε ως κράτος ή αν αυτή η θεσμική κρίση, με την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τα κρατικά όργανα, θα αποτελούσε την ουσιαστική της κατάλυση.

Σε αυτό έδωσε ουσιαστικά απάντηση το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με το πλέον ιστορικό του ψήφισμα 186/1964, ημερομηνίας 4/3/1964, με σημαντικότερο το σημείο της παραγράφου 2, που ξεκαθαρίζει ότι μόνο η κυπριακή Κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για τη διατήρηση και εξασφάλιση του νόμου και της τάξης, καθώς επίσης και το σημείο της παραγράφου 3, ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση δεν ταυτίζεται με τις «κοινότητες» της και αυτές δεν αποτελούν συστατικά μέρη του Κράτους.

Έκτοτε, αυτό που ουσιαστικά καθιερώθηκε, γιατί προφανώς βόλευε πάρα πολύ όλες τις πολιτικές δυνάμεις που εναλλάσσονται στην εξουσία, είναι η εν πολλοίς αυθαίρετη και ουσιαστικά επί του πρακτέου ανεξέλεγκτη προεδρική εξουσία, με οιωνεί αυτοκρατορικές αρμοδιότητες διορισμού όλων των ανεξάρτητων θεσμών που υποτίθεται, εκ των αποδιδόμενων εξουσιών τους, έχουν το καθήκον θεσμικού ελέγχου αυτού από τον οποίο διορίστηκαν….

Το κυπριακό σύνταγμα, το οποίο θεωρώ προβληματικό εκ της γενέσεως του για ποικίλους λόγους, που δεν μπορούν να αναφερθούν όλοι εδώ τώρα, καθιέρωσε έναν μηχανισμό θεσμικών αντίβαρων που βασίζεται στα εθνικά χαρακτηριστικά των φορέων τους, με την παρωχημένη και εντελώς αβάσιμη πολιτική θεωρία ότι οι άνθρωποι έχουν δήθεν κοινά συμφέροντα και επιδιώκουν τους ίδιους σκοπούς, απλά και μόνο γιατί ανήκουν στην ίδια εθνοτική ομάδα.

Έτσι, καθιερώθηκε το λεγόμενο εθνοτικό θεσμικό αντίβαρο ελέγχου του Έλληνα Προέδρου από έναν Τούρκο Αντιπρόεδρο με βέτο, το εθνοτικό θεσμικό αντίβαρο ελέγχου του Έλληνα Γενικού Εισαγγελέα από έναν Τούρκο Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα και ούτω καθεξής. 

Μετά το 1964, οι πολιτικές δυνάμεις εξουσίας επέλεξαν και εφάρμοσαν κατά το δοκούν, αυθαίρετα, κάποιες συνταγματικές διατάξεις, όπως προφανώς τους βόλευε, χωρίς να νιώθουν καν την ανάγκη να τεκμηριώσουν για ποιο λόγο, για παράδειγμα, διορίζονται Γενικός Εισαγγελέας αλλά και Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας αλλά δεν διορίζεται μαζί με τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και Υποδιοικητής;

Προφανώς η ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων ακόμη και μέσα από το πρίσμα του δικαίου της ανάγκης, όπως αυτό καθιερώθηκε μέσα από την απόφαση καταλύτη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιμπραχίμ, δεν είναι αυτή που τόσο εξόφθαλμα διαστρεβλωμένα θέλουν να εφαρμόζουν όλες ανεξαιρέτως οι πολιτικές δυνάμεις εξουσίας.

 

Ο υποδιοικητής της Κεντρικής

Σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα για αυτό ακριβώς που αναφέρω πιο πάνω, δηλαδή της διαστρεβλωμένης εφαρμογής του δικαίου της ανάγκης και το πώς όλες οι πολιτικές δυνάμεις εξουσίας δρουν προς όφελος αποκλειστικά και μόνο της δικής τους διαιώνισης της εξουσίας και όχι προς όφελος των πολιτών.

Στις 4/2/2013, λίγες μέρες πριν λήξει η θητεία της κυβέρνησης του Δημήτρη Χριστόφια και προφανώς κατά τη γνώμη μου, με απώτερο στόχο την εξυπηρέτηση ευτελών κομματικών συμφερόντων, αποφάσισε για πρώτη φορά μετά το 1964 να νεκραναστήσει τον θεσμό του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, διορίζοντας ως Υποδιοικητή τον κύριο Σπύρο Σταυρινάκη.

Λίγες μέρες μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Νίκο Αναστασιάδη, στις 9/4/2013, απλά όμορφα και αυθαίρετα ανακάλεσε τον διορισμό Σταυρινάκη και απλά όμορφα και αυθαίρετα κατάργησε τον θεσμό του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος παραμένει κενός από το 1964. 

Το βασικό ερώτημα είναι το εξής: Εφόσον όλες οι συνταγματικές διατάξεις έχουν το ίδιο βάρος και καμιά δεν υπερέχει της άλλης, για ποιο λόγο οι διαχειριστές της εξουσίας, σε κάποιους θεσμούς εφαρμόζουν το θεσμικό αντίβαρο, πχ του Βοηθού Γενικού Ελεγκτή, του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα αλλά όχι του Υποδιοικητή τη Κεντρικής Τράπεζας ή ακόμη περισσότερο γιατί δεν εφαρμόζεται το θεσμικό αντίβαρο κόντρα στην προεδρική μοναρχία της εκλογής Αντιπροέδρου, ο οποίος για παράδειγμα θα μπορούσε να θέσει βέτο στον διορισμό του πολέμιου του ΓΕΣΥ Δρ. Αγαθαγγέλου στον ΟΑΥ, ο οποίος προκάλεσε πολιτικό σεισμό, τόσο μεγάλο ώστε να εξαναγκαστεί να τον ανακαλέσει;

Μα η προφανής απάντηση σε αυτά τα ερώτημα έχει ήδη δοθεί πιο πάνω και ακούει στο όνομα, εξυπηρέτηση κομματικών και προσωπικών συμφερόντων από όλους ανεξαιρέτως όσοι ελέγχουν ή θέλουν να ελέγξουν την εξουσία.

Λίγους μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές του 2023, ήδη εμφανίστηκαν σωρεία μνηστήρων του προεδρικού θώκου και έχει αρχίσει να αναθερμαίνεται το πολιτικό σκηνικό, με τα σενάρια να διαδέχονται το ένα το άλλο για τα πρόσωπα που έχουν δυνατότητα εκλογής.

Δυστυχώς, δεν φαίνεται να επικεντρώνεται κανένας στην πολιτική ουσία του πράγματος, πέραν από τα πρόσωπα, τα οποία ναι μεν έχουν το καθένα τη σημασία τους ως προς την ποιότητα του πολιτικού τους υπόβαθρου γενικότερα, αλλά αυτό που έχει αληθινή σημασία είναι οι πρακτικές τους προτάσεις, ώστε να σταματήσουν κυρίως οι στρεβλώσεις, όπως αναπτύχθηκαν πιο πάνω.

 

Αναγκαία η δέσμευση των υποψηφίων

Έχουμε χορτάσει από δεσμεύσεις σε γενικόλογες εξαγγελίες και αόριστες αναφορές σε κράτος δικαίου και δίκαιης διακυβέρνησης, χωρίς να νιώθει κανένας την ανάγκη να καταγράψει πολύ συγκεκριμένες προτάσεις, με χρονοδιαγράμματα για αυτές τις προτάσεις και τι θα πράξει σε περίπτωση που δεν εφαρμόσει αυτές τις πολιτικές του προτάσεις.
Θα πρέπει να υπάρξει από όποιον διεκδικήσει την προεδρία γραπτή δέσμευση, υπό τύπον κοινωνικού συμβολαίου, ότι θα προβεί σε μεταρρυθμίσεις, ώστε οι ανεξάρτητοι θεσμοί να διορίζονται από αληθινά ανεξάρτητες επιτροπές και όχι από τον ίδιο τον Πρόεδρο, ώστε να βρουν αληθινή εφαρμογή αυτά που είχαν τεθεί ήδη από την αρχαιότητα από πολιτικούς φιλοσόφους όπως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και στη σύγχρονη εποχή από τον Μοντεσκιέ τον 18ο αιώνα για τη θεσμοθέτηση θεσμικών αντίβαρων.

* Advocates-Legal Consultants