Η 17η τροποποίηση του Συντάγματος με τη σαφή πρόβλεψη στο προοίμιο, μήπως θα πρέπει να συνδεθεί με την αδιαφορία του Κράτους (Εκτελεστική και Νομοθετική Εξουσία) να εισαγάγει Νομοθετική ρύθμιση, που να προβλέπει τιμωρία όσων δεν συμμορφώνονται με ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις; Φαίνεται ότι ο εκσυγχρονισμός της παροχής δικαιοσύνης σταματά όταν η διοίκηση παρανομεί, μη σεβόμενη τη δικαστική κρίση που διαπιστώνει ακυρότητα και ύπαρξη παρανομίας στις διοικητικές αποφάσεις, με αποτέλεσμα να μη συμμορφώνεται άμεσα και ενεργά η διοίκηση! 

Αποτελεί σαφώς ένα από τα πλέον προκλητικά δεδομένα ατιμωρησίας που παραβιάζει την έννοια της δίκαιης δίκης και το περί δικαίου αίσθημα του πολίτη! 

Η Δικαστική αυτή αρμοδιότητα φαίνεται να παραμένει χωρίς πραγματική «ουσία», αφού είναι υπαρκτό, καθιερωμένο και εκτεταμένο φαινόμενο, η γνωστή ως «αλαζονική» στάση από πλευράς διοίκησης, αναφορικά με την αντιμετώπιση της Δικαστικής ακυρωτικής απόφασης. Μία στάση μη συμμόρφωσης της διοίκησης, ως έκδηλη μορφή περιφρόνησης προς τη δικαστική απόφαση, που ανατρέπει την έννοια του Κράτους Δικαίου. Νοοτροπία και στάση η οποία προφανώς πλήττει την πίστη του πολίτη στη συνέπεια των θεσμών, στη χρηστή διοίκηση και στο δεδικασμένο, αφού ο λόγος για τον οποίον καταφεύγει στη δικαιοσύνη αποβλέπει να επιτύχει την ουσιαστική δικαίωσή του. Είναι το γνωστό στη νομική θεωρία και νομολογία φαινόμενο, της εκδηλωμένης και προφανούς ενόχλησης της διοίκησης, γιατί βλέπει να ανατρέπονται οι επιθυμίες της με την ακύρωση των αποφάσεών της, γιατί υπήρξε η πρωτοβουλία ενός απλού πολίτη που κατέφυγε στο Δικαστήριο. Δυστροπία που δεν είναι τυχαία και η οποία καθιερώθηκε διαχρονικά γιατί γνωρίζει καλά η διοίκηση ότι δεν υπάρχει μέθοδος να υποστεί συνέπειες ως αυτές που προβλέπει το ίδιο το Σύνταγμα (Άρθρα 146(5) και 150). Συνέπειες για τιμωρία μέχρι και με φυλάκιση στην περίπτωση αδιαφορίας ή μη συμμόρφωσης κατά τρόπο ενεργό και άμεσο, προς το ακυρωτικό αποτέλεσμα. 

Η απονομή της δικαιοσύνης περιλαμβάνει προφανώς την υποχρέωση προς συμμόρφωση και εφαρμογή των διοικητικών δικαστικών αποφάσεων. Τότε και μόνο έχουμε αποτελεσματική προστασία ενός διάδικου και αποκατάσταση της νομιμότητας, εάν η διοίκηση συμμορφωθεί ενεργά.

Υπενθυμίζω ότι το ίδιο το Σύνταγμα στο Άρθρο 35 καθιέρωσε την υποχρέωση κάθε οργάνου του Κράτους να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, άρα και το δικαίωμα καταφυγής στο Δικαστήριο και βέβαια το δικαίωμα να απολαμβάνει το υπέρ αυτού αποτέλεσμα Δικαστικής απόφασης. Πρόβλεψη που έπρεπε να τονίζει τη σημασία και να συντελέσει στη διαπαιδαγώγηση που προσφέρει προς τη διοίκηση η κάθε ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση την τομή δικαίου που επιφέρει. 

Προφανώς η διοίκηση όταν αποφεύγει να εκπληρώσει το καθήκον συμμόρφωσης και υποταγής προς ακυρωτική δικαστική απόφαση, δεν προσφέρει καλή υπηρεσία στη χρηστή διοίκηση και ούτε επιβεβαιώνει το Κράτος Δικαίου. Παράλληλα η μέχρι σήμερα αποφυγή ή παράλειψη ρύθμισης του θέματος Νομοθετικά, θεωρείται από τον απλό πολίτη «αποδοχή ή ανοχή» Κυβέρνησης και Βουλής στην παραβίαση της νομιμότητας. Κενό νομοθετικό που ουσιαστικά «διασφάλισε» διαχρονικά την ατιμωρησία της διοίκησης, κατάσταση που συντελεί στην απαξίωση προς τους θεσμούς.

Η δικαστική κρίση καταδεικνύει τη νομιμότητα, οπότε σε κάθε περίπτωση αυθαίρετης μη συμμόρφωσης προς το δεδικασμένο πρέπει να αναζητηθεί ευθύνη, ώστε να υπάρξει τιμωρία. Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο δεν μπορεί, μετά και από δικαστική απόφαση, να καθίσταται με τη στάση της Διοίκησης, μάταιο. Μία τέτοια αντίληψη και περιφρονητική στάση της διοίκησης, προς τη δικαστική απόφαση, διαμόρφωσε την πεποίθηση ότι, αντί να είναι το Δικαστήριο πραγματική καταφυγή και ύστατο μέτρο προστασίας για κάθε αδικηθέντα από τη διοίκηση, θα καταστεί (με τις καθυστερήσεις που ήδη υπάρχουν), διακοσμητική μόνο εξουσία. Ιδιαίτερα γιατί το Δικαστήριο, δεν μπορεί το ίδιο, λόγω της διάκρισης των εξουσιών να καλύψει το συγκεκριμένο Νομοθετικό κενό, το οποίο ως υπέδειξε, αποτελεί καθήκον για την  Εκτελεστική εξουσία και τη Βουλή, που οφείλουν να ενεργήσουν στα πλαίσια της ρητής πρόβλεψης του Συντάγματος. 

Πρέπει επιτέλους, αυτό το καθήκον να εκπληρωθεί. Άλλως θα θεωρηθεί η συνέχιση της αδράνειας αυτής, ως οριστικοποίηση και επιβράβευση μίας αυθαίρετης «τακτικής» που διαμορφώνει διαλυτική αντίληψη περί τη νομιμότητα και επιβεβαιώνει ότι η ανομία έχει δυνατότητες να υπερισχύσει του Νόμου.

*Δικηγόρος