Τις τελευταίες ημέρες, ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνουν οι εξελίξεις γύρω από την νήσο Ταϊβάν και την εκεί αντιπαράθεση μεταξύ της πολιτικής ηγεσίας της Ταϊβάν και του Κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος που εν προκειμένω, θεωρεί την Ταϊβάν αναπόσπαστο τμήμα της Κινεζικής εδαφικής επικράτειας.

Η ένταση προκλήθηκε με αφορμή την επίσκεψη της προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, Νάνσι Πελόζι, η οποία συμμετείχε σε συζητήσεις με τοπικούς αξιωματούχους.

Σε αυτό το πλαίσιο, δύναται να αναφέρουμε πως η επίσκεψη της προέδρου[1] της Βουλής των Αντιπροσώπων παρείχε την ευκαιρία (ή αλλιώς, τη δυνατότητα), στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, στο να αναδείξει τις πάγιες θέσεις της γύρω από το καθεστώς που διέπει την Ταϊβάν, κλιμακώνοντας κατά το δοκούν τις αντιδράσεις της, οι οποίες διαρθρώνονται γύρω από δύο άξονες.

 Ο πρώτος άξονας είναι ο στρατιωτικός, εκεί όπου, αμέσως μετά την αναχώρηση της Νάνσι Πελόζι ξεκίνησαν Κινεζικά στρατιωτικά γυμνάσια στη θαλάσσια περιοχή γύρω από την Ταϊβάν, σε μία σαφή ένδειξη Κινεζικής στρατιωτικής υπεροχής[2] προς την Ταϊβάν (αποδέκτες θα μπορούσαν να θεωρηθούν και οι άλλες χώρες της περιοχής).

Ο δεύτερος άξονας είναι ο καθαυτό πολιτικός-διπλωματικός, με βασικό αποδέκτη την Αμερικανική κυβέρνηση.

Υπό αυτό το πρίσμα, η πολιτική ηγεσία του Κινεζικού, Κομμουνιστικού Κόμματος, η οποία αναγνώρισε ή αλλιώς, νοηματοδότησε την επίσκεψη Πελόζι ως ‘πρόβλημα,’ προχώρησε στην αναστολή της διμερούς της συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μία σειρά από σημαντικούς τομείς όπως είναι τα μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και το παράνομο εμπόριο,  κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της έντασης στο ‘δίδυμο’ Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, ‘δίδυμο’ το οποίο συνιστά από τα πλέον θεμελιώδη στο διεθνο-πολιτικό γίγνεσθαι του 21ου αιώνα.[3]

Όμως, χρήζει θεωρητικής επισήμανσης το γεγονός πως παρά τα περί του αντιθέτου λεγόμενα, δεν παρήχθη κάποιο είδος συστημικής περιφερειακής αστάθειας στην περιοχή του Ινδικού-Ειρηνικού ωκεανού (παρά την έντονη Κινεζική αντίδραση), εξέλιξη η οποία οφείλεται σε παράγοντες όπως είναι η ψύχραιμη εκτίμηση των δεδομένων και η νηφάλια στάση που υιοθέτησε η κυβέρνηση της Ταϊβάν, η επίσης ψύχραιμη αντιμετώπιση του προβλήματος από τις χώρες της περιοχής που εκτίμησαν πως ενδεχόμενη και απότομη αύξηση της έντασης μπορεί να πλήξει και τις ίδιες.

Και, τελευταίος παράγοντας (factor), αλλά όχι και έσχατος, είναι η κεντρομόλος δυναμική που παράγουν οι διμερείς Σινο-αμερικανικές σχέσεις, που σε αυτή την περίπτωση διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο να μην επέλθει κάποια εκτράχυνση της κατάστασης.

Και κάνοντας λόγο για την ύπαρξη μίας κεντρομόλου δυναμικής στις διμερείς σχέσεις, εννοούμε πως αφενός μεν η συμμαχία των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ταϊβάν και επίσης, η ενισχυμένη, μετά την υπογραφή της συμφωνίας ‘AUKUS’ με την Αυστραλία και με την Μεγάλη Βρετανία, γεω-πολιτική και στρατιωτική παρουσία τους στην περιοχή (που αποκτά αντίκρισμα στις διμερείς σχέσεις) αποτρέπουν την Κίνα από το να επιχειρήσει κάποια ‘θεαματική’ ή και παράτολμη ενέργεια, επηρεάζοντας κατά τι την χάραξη της εξωτερικής της πολιτικής, και, αφετέρου δε, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, έχει καταφέρει να καταστήσει σαφές, μέσω διαβημάτων και ενεργειών όλα αυτά τα χρόνια, πως διατηρεί ζωτικά και νομιμοποιημένα συμφέροντα στην Ταϊβάν, μη αποκλίνοντας κατ’ ελάχιστο έτσι από την πολιτική της ‘μίας και ενιαίας Κίνας.’

Η θέση της αυτή γίνεται αντιληπτή από τις Ηνωμένες Πολιτείες που δηλώνουν υπέρ της πολιτικής της ‘μίας Κίνας’,[4] κάτι που έχει θετικά αποτελέσματα για την ασφάλεια και την σταθερότητα της περιοχής, όσο οι σχέσεις των δύο χωρών βρίσκονται σε καθεστώς ισορροπίας στην περιοχή.

Αυτή την στιγμή, η ένταση, μετά την κορύφωση της (το σημείο κορύφωσης υπήρξε ο τυπικός αεροναυτικός αποκλεισμός του νησιού από τις Κινεζικές Ένοπλες Δυνάμεις), βαίνει προς αποκλιμάκωση, με τις εμπλεκόμενες πλευρές να οφείλουν να διασφαλίσουν πως αυτή η αποκλιμάκωση θα συνεχισθεί.

* Υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

 

[1] Επρόκειτο για μία σημαντική Αμερικανίδα κοινοβουλευτικό μακράς θητείας, η κοινοβουλευτική παρουσία της οποίας έχει ήδη καταστεί σημείο αναφοράς για το Δημοκρατικό Κόμμα των Ηνωμένων Πολιτειών.

[2] Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οφείλουμε να έχουμε κατά νου πως τα Κινεζικά στρατιωτικά γυμνάσια είχαν ως βασικό αποδέκτη την πολιτική ηγεσία της Ταϊβάν και λιγότερο τις Ηνωμένες Πολιτείες, αφήνοντας να διαφανεί πως η επιλογή της βίαιης, δια της χρήσης στρατιωτικής βίας, προσάρτησης, παραμένει ανοιχτή για την Κίνα.

[3] Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έσπευσαν να τροφοδοτήσουν περαιτέρω την ένταση και τον έντονο Κινεζικό θυμό (ορθώς, κατά την άποψη μας), διαμορφώνοντας έτσι τις προϋποθέσεις για τον κατευνασμό της έντασης με επίκεντρο την Ταϊβάν.

[4] Ακόμη και αν η Ταϊβάν υιοθετούσε μία πολιτική «βελούδινου διαζυγίου» κατά τα πρότυπα της Τσεχοσλοβακίας, κάτι τέτοιο δεν θα το αποδεχόταν η Κίνα, για την οποία η Ταϊβάν και το καθεστώς της αποτελούν μείζον θέμα «εθνικής ασφάλειας» (national security issues), για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του διεθνολόγου Αλέξη Ηρακλείδη. Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης, Αλέξης., ‘Τα ελληνικά «εθνικά θέματα»,’ Περιοδικό Σύγχρονα Θέματα, 2016, Τεύχος 132-133, σελ. 29-39, Διαθέσιμο στο: Τα ελληνικά «εθνικά θέματα» – ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ (synchronathemata.gr) Για το κομμουνιστικό καθεστώς, η Ταϊβάν συνιστά μείζον θέμα «εθνικής ασφαλείας» από την επαύριον ακόμη του Κινεζικού Εμφυλίου Πολέμου και της ήττας των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων του Τσανγκ Κάι Σεκ, οι οποίες κατέφυγαν στο νησί. Αυτό το ιστορικών και πολιτικοϊδεολογικών προεκτάσεων σχίσμα επιδιώκει να άρει το κομμουνιστικό καθεστώς, ευθυγραμμίζοντας το νησί (το γεγονός πως διαθέτει διαφορετικό σύστημα διακυβέρνησης του προξενεί βαθιά ενόχληση), με ό,τι ισχύει στην ηπειρωτική Κίνα.