Ο Παύλος Παυλάκης ως φυσική παρουσία δεν είναι πια μαζί μας. Βρίσκεται με τους φίλους και συναγωνιστές του Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. για την Ένωση, που τους αποχωρίστηκε είτε γιατί έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι τότε είτε γιατί έφυγαν αργότερα. Το πνεύμα του όμως είναι μαζί μας.

Τα χρόνια που πέρασαν, ανέλαβα κάποιες φορές το βαρύ, αλλά ποτέ δυσάρεστο έργο, να πω το ύστατο χαίρε σε φίλους πριν από το τελευταίο τους ταξίδι. Της ηλικίας μου, μεγαλύτερους αλλά και νεότερους. Δεν χρειάστηκε ποτέ να αναζητήσω σχήματα και τεχνητά βοηθήματα εκφράσεως γιατί ο καθένας, με την προσωπικότητα και την αληθινή προσέγγιση που μου υπαγόρευε, έβγαζε κάτι διαφορετικό και ως εκ τούτου αυθεντικό.

Πριν από περίπουωδύο χρόνια έγραψα, υπό μορφή κατάθεσης, ένα κείμενο με σχόλια για ένα αυτοβιογραφικό πόνημα του φίλου μας Παύλου που θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως πρόλογος ή παρουσίασή του.

Τώρα που το ξαναδιάβασα έχω την αίσθηση ότι θα μπορούσε να αποτελέσει και επικήδειο ή επιμνημόσυνο λόγο με έναν ιδιαίτερο τρόπο, γιατί είναι δομημένο πάνω σε βιώματα και υποθήκες του Παύλου, όπως τα εξέφρασε εν ζωή, με πλήρη νηφαλιότητα και καθαρότητα σκέψεως.

Από ανθρώπους της ποιότητας και του ήθους του Παύλου δεν υπάρχει πιο αυθεντικός τρόπος να σκιαγραφηθεί η προσωπικότητά τους από τα ίδια τους τα λόγια.

Κάτι μου λέει ότι το γεγονός ότι άργησε τόσο πολύ να γράψει αυτό το βιβλίο έκρυβε την επιθυμία του να το αφήσει σαν διαθήκη-υποθήκη. Προφανώς, δεν τον ενδιέφερε μέσω αυτού να δρέψει δάφνες για τους αγώνες του ή να προβληθεί ως συγγραφέας. Αν είχε τέτοιες προθέσεις θα το είχε κάνει κάποιες δεκαετίες νωρίτερα και θα ήταν τελείως διαφορετικό.

Τώρα που δεν θα διαμαρτυρηθεί και δεν θα μου απαγορεύσει να το πω, θα αποκαλύψω κάτι που μπορούσε να μάθει κάποιος από άλλους αλλά επ’ ουδενί από τον ίδιο.

Από το 1959 που τελείωσε, όπως τελείωσε ο Αγώνας, δεν έπαψε μέχρι το τέλος της ζωής του να είναι ο Μελάς, ο τομεάρχης της Αμμοχώστου στον οποίο προσέτρεχαν τα παλληκάρια του, οι οικογένειες, τα παιδιά, μερικές φορές και τα εγγόνια τους για συμβουλές, για διακριτική υποστήριξη, εξεύρεση εργασίας, οικονομική ενίσχυση για σπουδές ή άλλες δυσκολίες. Πάντα αθόρυβα, συνωμοτικά για να μην εκθέσει κανέναν. Ό,τι πει κανείς για την αφοσίωση και την προσφορά στην οικογένειά του είναι λίγο. Τύχη αγαθή όμως, απήλαυσε ανάλογη αγάπη και σεβασμό. Σήμερα, στο 40ήμερο μνημόσυνό του, μπορώ να επαναλάβω αυτούσιο τον σχολιασμό του βιβλίου του.

Παύλο Παυλάκη αποκαλύπτομαι.

Για τότε, νυν και αεί!

​Η επέτειος της 1ης Απριλίου 1955, έχει για πολλούς ιδιαίτερη σημασία και ανυπερθέτως για τη σύγχρονη ιστορική φυσιογνωμία της Κύπρου.

Εν όψει της συνθέσεως του ακροατηρίου, ενώπιον του οποίου θα εκφωνούσα τον πανηγυρικό, ανήμερα της επετείου το 1981, παρεκάλεσα τον Παύλο Παυλάκη να δει το χειρόγραφο και να μου υποδείξει τυχόν λάθη ή παραλείψεις. Ας σημειωθεί ότι απέκρυψα την εισαγωγή, όπου εξέφραζα το δέος που αισθανόμουν να μιλώ για την ΕΟΚΑ όταν στην αίθουσα παρίστανται τιμημένοι αγωνιστές και τομεάρχες της. Αν την έβλεπε, πιθανότατα θα μου ζητούσε να απαλείψω αυτήν τη φράση, ή δεν θα ερχόταν…

Τα τελευταία χρόνια υπαγόρευσε σ’ ένα μαγνητόφωνο κάποια πράγματα που θεωρεί «Βιώματα Ζωής». Αυτά μεταφέρθηκαν στο χαρτί και πριν πάρουν το δρόμο για το τυπογραφείο, μού εμπιστεύτηκε ένα αντίγραφο για να κάνω σχόλια.

Το τελείωσα απνευστί, σ’ ένα βράδυ και παρά τη φαινομενική αναστροφή των ρόλων (κριτή-κρινόμενου), ένιωσα ακριβώς όπως τότε, που υπέβαλα το δικό μου κείμενο για διορθώσεις.

Θα αποκαλύψω τώρα, την παρατήρησή του! Όπως ήταν φυσικό, έκανα ιδιαίτερη αναφορά στον Αρχηγό, Γεώργιο-Γρίβα Διγενή. Απαριθμούσα τις αρετές και τη συμβολή του στη μεταμόρφωση των ήσυχων, άσχετων με τα όπλα γυμνασιοπαίδων, νέων της αγροτιάς και της χριστιανικής κινήσεως, σε θαρραλέους μαχητές και αποτελεσματικούς πολεμιστές της Ενώσεως.

Με συμβουλή του Παύλου προέκυψε η φράση «Ο Αρχηγός ήταν παρών και στην πρώτη γραμμή. Συνέπασχε, υπέφερε, καθοδηγούσε, εξεπαίδευε και κυρίως, παραδειγμάτιζε τους αγωνιστές του».

Οι εκμυστηρεύσεις του αγαπημένου φίλου δεν είναι απομνημονεύματα. Είναι απόσταγμα σοφίας και σεμνότητος. Θεωρώ αναγκαίον να δοθεί η δυνατότης να μεταλάβουν απ’ αυτές οι πολλοί φίλοι και θαυμαστές του και όχι μόνον η οικογένειά του, όπως είναι η πρόθεσή του. Δεν το αναφέρει πουθενά, αλλά είμαι σε θέση να γνωρίζω πολύ καλά, πόσο τον σημάδεψε ο αποχαιρετισμός της μητέρας του που αναχωρούσε βαριά ασθενής, με φορείο, από την Αθήνα. Καθώς και ότι άνομα τεχνητά εμπόδια δεν του επέτρεψαν να παραστεί στην κηδεία της μετά από λίγες μέρες στην Κύπρο.

Από τα γραφόμενά του, στέκομαι σε θέση προσοχής σε μία δήλωση. Αμφιβάλλω αν υπάρχει αντίστοιχη στα απομνημονεύματα ή τις αφηγήσεις οιουδήποτε άλλου, που είναι γνωστός σαν μπαρουτοκαπνισμένος και επιτυχημένος τομεάρχης ανταρτικής οργανώσεως.

«Δεν έριξα ούτε μία σφαίρα κατά των Άγγλων. Στη μνήμη και στη συνείδησή μου, χαράκτηκε το συναίσθημα που με καταλάμβανε τα βράδια, όταν έδινα στους άντρες μου τον εξοπλισμό για να πάνε να κτυπήσουν τους στόχους. Σκεφτόμουν κυρίως, πως έστελνα άλλους στους κινδύνους χωρίς να μετέχω. Εκείνο το τριήμερο, όταν έβγαζα και τους τελευταίους μαχητές από την Ανόρθωση, πήγαινα στην τουαλέτα κι έκλαιγα γοερά, σαν μωρό, για τον λόγο αυτό, για την απουσία μου!»

Αυτή, η αυτοπροαίρετη απομυθοποίηση της ηρωικής μορφής του, όπως έχει επιβληθεί και παγιωθεί από τα πεπραγμένα και την καθολική αναγνώριση, τον κατατάσσει αυτοδικαίως στη συνομοταξία των ηρωικώς πεσόντων. Ναι, μαζί μ’ αυτούς, γιατί εκείνοι, με τη θυσία τους, εξασφάλισαν την αιώνια δόξα, αφού δεν είχαν περιθώρια, με την μετά τον Αγώνα ζωή τους, να ακυρώσουν ή να αμαυρώσουν την προσφορά τους.

Αντιγράφω τις δύο τελευταίες προτάσεις του βιβλίου του: «Η διαφύλαξη της ελληνικής ταυτότητος στην Κύπρο αποτελεί πλέον το μόνο μέλημά μου. Να παραμείνουμε Έλληνες στη συνείδηση, με αυτογνωσία και αυτοσεβασμό».

Ο Παύλος Παυλάκης διατήρησε την αγνότητα και την ποιότητα εκείνης της εποχής διά βίου. Έσεται παράδειγμα προς μίμησιν!