Η επιλογή του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου καταχωρείται μια υπόθεση είναι ουσιώδης, αφού άπτεται της δικαιοδοσίας του και, σε περίπτωση που διαπιστωθεί έλλειψη δικαιοδοσίας, το δικαστήριο μπορεί να διακόψει τη διαδικασία και να παραπέμψει την υπόθεση στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση. Το ζήτημα μπορεί να εγερθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους, ακόμη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο ως θέμα δημόσιας τάξης. Μια υπόθεση παραπέμπεται από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση ή αντίστροφα. Εάν όμως πρόκειται για υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας, το οποίο διαπιστώσει ότι στερείται καθ’ ύλην δικαιοδοσίας και ότι άλλο δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία λόγω της φύσεως του ζητήματος, η υπόθεση μοιραία θα απορριφθεί, όπως και τυχόν αίτηση για παραπομπή της σε άλλο δικαστήριο. Το δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εξετάζει συγκεκριμένα ζητήματα που καθορίζονται από τον νόμο, όπως είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ή το Οικογενειακό Δικαστήριο και το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί τέτοιων ζητημάτων.

Σχετικό είναι το άρθρο 64 Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, το οποίο προνοεί ότι σε περίπτωση που αγωγή, αίτηση ή υπόθεση που εμπίπτει στην καθ’ ύλην δικαιοδοσία δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας καταχωριστεί ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, το Επαρχιακό Δικαστήριο διακόπτει την ενώπιον του τεθείσα διαδικασία και την παραπέμπει στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση. Περαιτέρω προνοεί ότι κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ’ ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιον του, διακόπτει την ενώπιον του διαδικασία και την παραπέμπει στο καθ’ ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση. 

Ένα τέτοιο ζήτημα ηγέρθηκε ενώπιον του Προέδρου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων κ. Γ. Χρ. Παγιάση, ο οποίος εξέδωσε απόφαση στις 16.3.2022 και απέρριψε τόσο την κυρίως αίτηση όσο και την αίτηση για παραπομπή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου όπως και του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ιδιοκτήτης ακινήτου υπέβαλε αίτηση για αύξηση του ενοικίου και στην πορεία διαπίστωσε ότι το υποστατικό του δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί «ακίνητο» εντός της έννοιας του περί Ενοικιοστασίου Νόμου καθότι δεν συμπληρώθηκε πριν το 2000. Καταχώρησε αίτηση για διακοπή της διαδικασίας και την παραπομπή της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο προς εκδίκαση. Ο ενοικιαστής έφερε ένσταση υποστηρίζοντας ότι το θέμα αφορά ειδική διαδικασία για την οποία το μοναδικό αρμόδιο δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων (ΔΕΕ) και συνεπώς δεν τίθεται θέμα παραπομπής της υπόθεσης. 

Το Δικαστήριο, καθορίζοντας το νομικό πλαίσιο, συμφώνησε με τον ενοικιαστή και αναφέρθηκε στη δικαιοδοσία και στη διαδικασία αναθεώρησης ενοικίου στο ΔΕΕ. Τόνισε ότι η δικαιοδοσία του ΔΕΕ εκπηγάζει από το άρθρο 4(1) του Νόμου, προσδιορίζεται στο άρθρο 2 αυτού και εκτείνεται σε κάθε θέμα που αφορά θέσμιες ενοικιάσεις και τους όρους αυτών, καθώς και σε κάθε θέμα παρεμπίπτον ή συναφές προς τούτες τις προστατευόμενες σχέσεις μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Το δε άρθρο 8(1) του νόμου προβλέπει ότι ουδεμία αύξηση ενοικίου κατοικιών ή καταστημάτων δύναται να επιβληθεί σε θέσμιο ενοικιαστή πλην όπως διαλαμβάνει ο Νόμος, δηλαδή πρέπει να πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η ύπαρξη θέσμιας ενοικίασης, η παρέλευση δύο ετών από την ημερομηνία κατοχής του ακινήτου ή από την τελευταία αύξηση ή μείωση του ενοικίου. Η διαδικασία ενώπιον του ΔΕΕ είναι συγκεκριμένη και περιλαμβάνει τη διεξαγωγή ίδιας έρευνας, το δε Δικαστήριο καθορίζει το δίκαιο ενοίκιο με ανώτερο όριο αύξησης εκείνο το ποσοστό που καθορίζεται ανά διετία από το Υπουργικό Συμβούλιο ή πλέον το 90% του εκάστοτε μέσου όρου των ενοικίων της μικρής περιοχής. 

Το Δικαστήριο κατέληξε ότι το άρθρο 8 αφορά νομοθετική επιβολή που υπερισχύει όσων είχαν ιδιωτικώς συμφωνηθεί. Το αγώγιμο δικαίωμα του αιτητή εδράζεται μόνο στο άρθρο 8, ζήτημα που εμπίπτει εντός της αποκλειστικής καθ’ ύλην αρμοδιότητας του ΔΕΕ και πουθενά αλλού. Η επίκληση της διαδικασίας του άρθρου 64 Α σκοπό έχει να διασώσει, μέσω του μηχανισμού της παραπομπής, τις αστικές διαδικασίες που καταχωρούνται σε αναρμόδιο δικαστήριο και όχι ασφαλώς να καταστήσει αρμόδιο ένα δικαστήριο δίχως να είναι, ούτε να εγκαθιδρύσει το συγχρωτισμό μεταξύ της πολιτικής δικαιοδοσίας και της δικαιοδοσίας των ειδικών δικαστηρίων, πράγμα που θα ήταν ανεπίτρεπτο. Για ζητήματα που υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΔΕΕ, δεν μπορεί να υφίσταται συντρέχουσα αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο. 

* Δικηγόρος στη Λάρνακα