«Glass. Kill. Bluebeard. Imp.» της Κάριλ Τσέρτσιλ από την Open Arts, σε σκηνοθεσία Αθηνάς Κάσιου.

Στην ερώτηση ποια θεωρείται η σημαντικότερη εν ζωή γυναίκα θεατρική συγγραφέας παγκοσμίως, δεν χρειαζόμασταν την τεχνητή νοημοσύνη να μας απαντήσει ότι είναι η 87χρονη Αγγλίδα Κάριλ Τσέρτσιλ. Αυτή η μάλλον καθολική συναίνεση υπάρχει εδώ και μισό αιώνα. Πόσοι συγγραφείς, ανεξαρτήτως φύλου, πειραματίζονται χωρίς δίχτυ ασφαλείας σε κάθε νέο τους έργο από την αρχή; Και οι ομότεχνοί τους παρακολουθούν τις ανακαλύψεις τους για να τις αφομοιώσουν και να προχωρήσουν στις κατευθύνσεις που διανοίχτηκαν;

Η σχέση όμως του ελληνόφωνου κοινού με την Τσέρτσιλ φαίνεται να είναι αισθητά ψυχρότερη από ό,τι θα περίμενε κανείς, δεδομένης της αναγνωρισμένης αξίας της, αλλά και του μεγάλου συνολικού αριθμού παραγωγών κάθε αθηναϊκού θεατρικού χειμώνα. Τα καταγεγραμμένα επαγγελματικά ανεβάσματα έργων της Τσέρτσιλ μετριόνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, ενώ έχουν γίνει δύο μόνο εκδόσεις κειμένων της, κι αυτές εξαντλημένες.

Στην Κύπρο, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά τον κόσμο της, αν δεν μας τον έφερνε η Αθηνά Κάσιου, η οποία με το Glass. Kill. Bluebeard. Imp. μεταφράζει και σκηνοθετεί κείμενό της για τέταρτη φορά μέσα στην τελευταία δεκαετία.

Επιχειρώντας να ερμηνεύσω αυτή τη στατιστική ανισορροπία, σε συνδυασμό με τη δική μου αργή πορεία εξοικείωσης με τη θεατρική γλώσσα της Τσέρτσιλ, θα προσπαθήσω να δώσω μια ιδέα για τη δύσβατη διαδρομή που έχει διανύσει μαζί της η Κάσιου, αλλά και να αναδείξω την επιτυχία της συγκεκριμένης στροφής (που είμαι σίγουρος ότι, να είμαστε καλά, δεν θα είναι η τελευταία).

Με τη σειρά λοιπόν: Γιατί η Τσέρτσιλ παίζεται και διαβάζεται σπάνια στην Ελλάδα; Μα επειδή είναι εξαιρετικά απαιτητική, θεοσκότεινη. Πουθενά δεν είναι διδακτική, δεν σηκώνει το δάχτυλο, δεν προσφέρει μασημένη τροφή. Αν δεν είσαι προσεκτικός, αν πας να της φορέσεις αυτά που ξέρεις, σε πετάει έξω με τη μία. Για να εξορύξει τις ιδέες, το χιούμορ, την ποιητικότητά της, πρέπει ο σκηνοθέτης να έχει σκιστεί στο διάβασμα και τη λεπτομερή προετοιμασία για πολύ καιρό πριν τις πρόβες.

Και με τους ηθοποιούς πρέπει να δουλέψει για μήνες σε συνθήκες ομάδας. Για όλα αυτά υπάρχει σπανίως  πια η πολυτέλεια στην Αθήνα, όπου σχεδόν όλοι μοιάζουν να τρέχουν ασταμάτητα σαν παραγωγοί εντυπώσεων και μιμητές μιας ζωής υπερβολικά ενδιαφέρουσας για να είναι αληθινής.

Θα μπορούσα να δικαιολογήσω οποιονδήποτε είναι επιφυλακτικός να αποδεχτεί χωρίς ενστάσεις το μεγαλείο της, καθώς και εγώ ήμουν ένας τέτοιος. Παρότι η πρώτη μου επαφή ήταν τρομακτικά υπέροχη, το Skriker σε σκηνοθεσία Ν. Καλογρίδη (1999) με την Κ. Καραμπέτη, στη συνέχεια η απόπειρά μου να διαβάσω κείμενά της στο πρωτότυπο και σε μετάφραση ήταν ατελέσφορη. Δεν μπορούσα να τα φανταστώ, ο συντηρητικός μέσα μου ο οποίος έψαχνε ένα πιο «καλογραμμένο» έργο, έστω και με μεταπιντερικούς όρους, δυσανασχετούσε. Αυτό συνέβαινε γιατί, παρότι έχουν λογοτεχνική αξία, δεν προορίζονται για ανάγνωση ξέχωρη από τις ανάγκες θεατρικού ανεβάσματος. Είναι πιο στενά δεμένα με το σανίδι από όσο τα πιο συμβατικά κείμενα, ακόμα και των συγγραφέων του πιο πρωτοποριακού μεταπολεμικού θεάτρου.

Στο σύμπαν της Τσώρτσιλ, το κείμενο είναι ένας ακόμα υλικός πόρος (αυτό γοητεύει τους εικονοκλάστες σκηνοθέτες), αλλά έχει τον απόλυτο καθοδηγητικό ρόλο (αυτό τους συγχύζει γιατί θέλουν να έχουν την πρωτοκαθεδρία και να μην ελέγχονται από οτιδήποτε «εξωτερικό»).

Οι μέχρι τώρα παραστάσεις της Κάσιου σε έργα της Τσέρτσιλ — παρότι γενικά ακόμα και πεθαμένος θα σηκωνόμουν να δω νέα δουλειά της σκηνοθέτριας— με άφηναν ανικανοποίητο. Ένιωθα σαν να ζητούσαν περισσότερα από τον θεατή σε σχέση με αυτά που έδιναν, αφήνοντάς τον έτσι πιεσμένο που δεν μπόρεσε να τα αποκρυπτογραφήσει, σαν μια ενοχή δηλαδή αδικαιολόγητης μειονεξίας απέναντι σε μια ομορφιά που δεν μπορούσε να αρθρώσει ευδιάκριτα το όνομά της.

Οποιοσδήποτε άλλος σκηνοθέτης θα προτιμούσε να σταματήσει να βασανίζεται, θα επέλεγε να δουλέψει με κάτι λιγότερο ιδιοσυγκρασιακό, με κάτι περισσότερο άμεσα «ανταποδοτικό». Η Κάσιου όμως φαίνεται ότι έχει την αυτοπεποίθηση και την καλλιτεχνική ακεραιότητα να κάνει αυτό που θέλει, αυτό που πιστεύει ότι θα την προχωρήσει περισσότερο ως δημιουργό. Το κοινό της το σέβεται απόλυτα —  με την έννοια ότι το πρώτιστο μέλημά της δεν είναι το πώς να το ευχαριστήσει.    

Έπρεπε λοιπόν να φτάσουμε στο φετινό Glass. Kill. Bluebeard. Imp. (2019), μια σύνθεση τεσσάρων σύντομων έργων (που η συγγραφέας θέλει να ανεβαίνουν μαζί), για να καταφέρει να ανοίξει η Κάσιου διάπλατα την πύλη στον κόσμο της Τσέρτσιλ και να μας προσκαλέσει να τον κατοικήσουμε. Εκ των υστέρων, οι προηγούμενες φιλοξενίες μοιάζουν αναγκαίες αλλά προπαρασκευαστικές. Υπάρχει στο YouTube μια ενδιαφέρουσα περσινή διάλεξη της σκηνοθέτριας για την Τσέρτσιλ.

© Δημήτρης Λούτσιος

Εκεί υποστηρίζει (το μεταφέρω με δικά μου λόγια) ότι η συγγραφέας δεν φτιάχνει απλώς διανοητικές ασκήσεις, μεταμοντέρνα γυμνάσματα, μορφικές προκλήσεις για το εφέ, αλλά φέρνει πάντα στη σκηνή τρισδιάστατους ανθρώπους, και σκέπτεται πολιτικά πάνω στα κοινωνικά προβλήματα του καιρού μας. Στην παράσταση που είδαμε σε ένα μέχρι πρότινος εγκαταλελειμμένο κτίριο της Παλιάς Λευκωσίας (φαντάζομαι τα logistics της μεταμόρφωσης του χώρου και μου κόβονται τα πόδια), η οπτική αυτή της Κάσιου πάνω στην Τσέρτσιλ γίνεται αυτόχρημα πράξη.

Επιτέλους ακούμε τις λέξεις της να ηχούν σαν μέρος ενός ζωντανού μύθου. Κάθε πρόταση είναι αναντικατάστατη σαν φυσικό φαινόμενο, σαν σαιξπηρικό απόσπασμα. Όλα προκύπτουν  οργανικά από τα κάτω, με την τελεσίδικη λογική ενός ονείρου στο οποίο δεν μπορούμε να περπατήσουμε προς τα πίσω. Τέσσερις πολύ διαφορετικές ιστορίες με έναν γυάλινο εσωτερικό δεσμό. Δεν υπάρχει λόγος να ξέρει κανείς την υπόθεση της κάθε μιας από πριν. Αν χρειάζεται να νιώθουμε προκαταβολικά ασφαλείς όταν πάμε στο θέατρο, τότε καλύτερα ας κάτσουμε σπίτι. Εδώ, η Κάσιου και η ομάδα της ζητούν από εμάς μια υπέρβαση των συνηθειών μας, πνευματικών και σωματικών, σχετικά με την παρακολούθηση ενός θεατρικού θεάματος. Να είμαστε μάρτυρες, όχι απλώς θεατές.

Πριν έναν μήνα είχα γράψει σε αυτή τη στήλη ένα άρθρο με τίτλο «Η επανάληψη μεγιστοποιεί την απόλαυση». Όσα είχα επισημάνει για την ωφέλεια της επιστροφής στα ίδια κείμενα που — όταν αυτά αξίζουν- αλλάζουν και πλουτίζουν στα μάτια μας, μπορούν να βρουν άψογη εφαρμογή εδώ. Πιστεύω ότι ο θεατής που θα δει δεύτερη -ή και τρίτη φορά- το έργο, δεν θα έχει το άχθος μιας γραμμικής ιχνηλάτησης της «υπόθεσης», και θα μπορεί να περιπλανηθεί ελεύθερα σε μια συνειρμική νοηματοδότηση των πολλαπλών ερεθισμάτων.     

Όλοι οι συντελεστές περνάνε μέσα από την παρουσία τους την αίσθηση ότι καταλαβαίνουν τι παίζεται και αναλαμβάνουν πλήρως την ευθύνη για το θεατρικό σύμπαν στο οποίο συμμετέχουν με την υποκριτική τους, τη σκηνογραφία (κατοικίες φαντασμάτων μέσα σε κρύπτες), τον φωτισμό (ο χώρος απογυμνώνεται και σκιάζεται, περνάει σε άγνωστες διαστάσεις, γίνεται κελί και αχανές διάστημα), τη μουσική (λευκός θόρυβος από εφιαλτικά drone).

Βρίσκω ότι αυτό είναι ελπιδοφόρο ως γεγονός, ως βιωμένο συμβάν. Από μόνο του αναπτερώνει την αισιοδοξία μας για το εφικτό τόσο της επικοινωνίας ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους, όσο και της κοινής κατανόησης θεμελιωδών καταστάσεων.   

Μια παραπάνω κουβέντα για τους ηθοποιούς. Όσοι βλέπουμε θέατρο για χρόνια στη Λευκωσία, τους έχουμε δει σε πολλές παραστάσεις, καλές, μέτριες, αδύναμες. Κι επειδή η πόλη είναι σχετικά μικρή, με αρκετούς έχουμε συναντηθεί τυχαία στον δρόμο, σε σινεμά και μπαρ. Όταν όμως παίζουν στην Κάσιου, και πέρσι στη Δωδεκάτη Νύχτα, και φέτος στην Τσέρτσιλ, γίνονται αγνώριστοι, επιβλητικοί, σαν να φοράνε πελώριες μάσκες, σαν θύτες και θύματα μαζί απόκοσμων τελετουργιών.

Η μαγική τερατογένεση συμβαίνει ακόμα και μέσα στην ίδια νύχτα, από το ένα έργο στο άλλο, όπως όταν η Νιόβη Χαραλάμπους, από αρχαία θεά με συνείδηση της ανυπαρξίας της που εκλιπαρεί τους ανθρώπους να σταματήσουν τον κύκλο της εκδικητικής βίας στο Kill, γίνεται στο Imp νεαρή γυναίκα που παρότι μέσα της τρέμει, βρίσκει την καθημερινή αλλά ηρωική δύναμη να κάνει επαγγελματικές επιλογές και προσωπικές δεσμεύσεις -η (α)πιθανότητα της αγάπης- που θα της στερήσουν την αυτονομία της, και θα την εγκλείσουν προοδευτικά σε ένα χαραγμένο παρελθόν.

Πληροφορίες για την παράσταση ΕΔΩ.