Σωτήρης Π. Βαρνάβα: «Κύπρος, Γη του πόνου, του χαλκού και της χαράς», εκδόσεις Νίκας, 2024.
Μια πολυσέλιδη ποιητική συλλογή δοσμένη εξολοκλήρου στο κυπριακό ιδίωμα παρέδωσε στο αναγνωστικό κοινό της πατρίδας μας αλλά και του ευρύτερου ελληνισμού ο Σωτήρης Π. Βαρνάβα με το 5ο του ποιητικό βιβλίο. Το εγχείρημα, φιλόδοξο και μεγαλεπήβολο, πιστεύω ότι στέφθηκε μ’ επιτυχία χάρις στο λυρικό οίστρο του ποιητή αλλά και τη φιλοπατρία του.
Σχεδόν σε όλα τα έργα του ο Σ.Β. ανατρέχει στις παιδικές του μνήμες, αντλώντας ερεθίσματα, διδάγματα, συναισθήματα, εικόνες, γεύσεις και αρώματα. Αυτή τη φορά, μαζί με την παιδική ηλικία, έμπλεος ενθουσιασμού και αγάπης, βυθίζεται και στη σαγήνη του ιδιώματος, της κυπριακής διαλέκτου: «Μες στην νύχταν με φεγγάριν / με θεού καλόν φανάριν / εποτίζαμεν παττίσες / τζ’ ετζοιμούμουν στο ποστάνιν… / …ετσαππίζαμεν τες λέξεις / να τζυλίσει ως τα πέρα / της αλήθκειας το νερόν». (σελ. 15)

Ο Σ.Β. ανήκει στην κυπριακή διασπορά του ελλαδικού χώρου. Αυτή η διασπορά, όπως και κάθε διασπορά, συμπεριφέρεται με πόνο, νοσταλγία και απέραντη, άδολη, βαθιά αγάπη για τη γενέθλια γη. Ίσως μάλιστα αυτά τα χαρακτηριστικά να ισχύουν σε υπέρτερο βαθμό για την κυπριακή διασπορά του ελλαδικού χώρου. Κι αυτό διότι κάθε στιγμή, κάθε εικόνα, κάθε ήχος από την καθημερινότητά τους, παραπέμπει στον κυπριακό ελληνισμό.
Ειδικά για τις παλαιότερες γενιές της διασποράς, στο γλωσσικό ζήτημα ισχύει και το εξής. Διατηρούν, στη μνήμη και στη χρήση, το κυπριακό ιδίωμα όπως το άφησαν μεταναστεύοντας από την κυπριακή γη. Έτσι στους Κύπριους της διασποράς, είτε γραπτά, είτε προφορικά, απαντούμε ιδιόμορφες λεπτομέρειες του ιδιώματος περασμένων δεκαετιών, οι οποίες δεν απαντώνται πλέον στην Κύπρο της εποχής μας. Αυτό ισχύει και για την ιδιωματική ποίηση του Σ.Β., κάτι που την καθιστά ακόμη πιο ενδιαφέρουσα και από γλωσσολογικής άποψης, όχι μόνο από πλευράς αισθητικής.
Η αυτοαναφορικότητα στο βιβλίο είναι πασίδηλη, προφανής, συχνά και διακηρυκτική. Ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις, ο ποιητής επιλέγει τη μνημόνευση σε τρίτο πρόσωπο ενικού αριθμού, ως να μιλά για κάποιον άλλο κι όχι για τον εαυτό του. Ίσως αυτό να γίνεται για λόγους σεμνότητας. Ίσως και να γίνεται για σκοπούς περαιτέρω γενίκευσης και καθολίκευσης: «Όπου να’ θκιάλλαξεν τζ΄ όπου να πήεν / εν μες στου χωρκού του το χωράφιν. / Ούλλοι οι τόποι εν΄ η γη του / ούλλοι αθρώποι εν’ χωρκανοί του / εν’ συγγενείς του ούλλοι που γυρόν». (σελ. 36)
Τα δεσπόζοντα θεματικά μοτίβα όλης της συλλογής είναι η ελευθερία και η επιστροφή. Αυτά υπηρετούνται από την αρχή μέχρι και το τέλος του βιβλίου. Και υπηρετούνται με αφοσίωση, δέος και πάθος. Ο ποιητής, ανάμεσα στους φιλόδοξους στόχους της συλλογής του, θέλει να λειτουργεί και ως υμνωδός της ελευθερίας: «Νερόν να πιείς της λευτερκάς / κάμε κατά το πέζεμαν / λάμνε που την Μηλιάν. / Πα’ στην πέτραν μες στην λάνταν / τζυλά ο τροχός της ιστορίας». (σελ. 21) Και λίγο πιο κάτω, σε ποίημα αφιερωμένο στον εθνομάρτυρα Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, επανέρχεται στο δέντρο της ελευθερίας, μιλώντας με στίχους υμνητικούς, επιστρατεύοντας συνάμα και την λαϊκή θυμοσοφία: «Λλίον νερόν να ρίξουμεν / ούλλοι μας που γυρόν / να δέσει ο καρπός του, / μεν ι-ξησκοπιστείς / πιάσε τζ’ εσού την σίκλαν». (σελ. 23)
Ο Σ.Β. επιστρατεύει συχνά σ’ αυτό το βιβλίο τη λαϊκή θυμοσοφία. Συμβάλλει σ’ αυτή την έφεση και η αποκλειστική χρήση του ιδιώματος. Την ίδια ώρα, τα παιδικά βιώματα ηγεμονεύουν όπως πάντα: «Είχαμεν ψουμίν να φάμεν / τζ’ ασέρατα είχαμεν για βούθκια / μα εν’ είχαμεν κοκκώναν / λλίον νουν στην τζεφαλήν». (σελ. 32)
Ο ποιητής μπορεί να εξιδανικεύει τους αγώνες του κυπριακού λαού. Μπορεί να τους εξετάζει απόλυτα ιδεαλιστικά – ίσως κάποτε και εξωραϊστικά, αλλά το σημαντικό είναι ότι η ποιητική ιδέα λειτουργεί, η ποιητική πραγμάτωση επιτυγχάνεται: « …κοπιάστε ούλλοι οι ποιητές, / σερκές σερκές τζ’ ούλλοι αντάμα… / …να δουλεύκουμεν καπάλιν / να μολώσουμεν το χάος». (σελ. 62)
Και μια παρατήρηση. Σε όλη τη συλλογή λες και σταμάτησε ο χρόνος στο 1974. Ο ποιητής, πιστεύω συνειδητά, επιλέγει να μην μιλήσει για τις νέες πραγματικότητες στο νησί. Ούτε πως μεσολάβησε μισός και πλέον αιώνας από την εισβολή. Ούτε πως μεσολάβησε ο εποικισμός εκατοντάδων χιλιάδων από την Τουρκία και γεννήθηκαν ήδη στον τόπο μας έποικοι δεύτερης και τρίτης γενιάς, που δεν γνώρισαν άλλη πατρίδα. Ούτε πως έφυγαν ήδη από τη ζωή δυο γενιές προσφύγων και το νόημα της επιστροφής στην κατεχόμενη γη δεν έχει πια την ίδια βαρύτητα. Δεν ενστερνίζομαι αυτή την επιλογή, αυτήν την προσέγγιση του Σ.Β. Μπορεί, ευρισκόμενος στη μητροπολιτική Ελλάδα εδώ και τόσες δεκαετίες, να μην βιώνει τις νέες πραγματικότητες επί του εδάφους, αλλά πιστεύω ότι οφείλει να τις αφουγκραστεί και να τις θεματοποιήσει. Μπορεί να μην συμβιβαζόμαστε με τις νέες πραγματικότητες, αλλά δεν μπορούμε να τις αγνοούμε κιόλας.
Ολοκληρώνω αυτή την παρουσίαση με τη μεγάλη εικόνα. Το βιβλίο του Σ.Β. είναι μια περίτρανη απόδειξη ότι το ποιητικό θαύμα συντελείται ακόμη στις μέρες μας και στην κυπριακή ντοπιολαλιά. Ευπρόσωπο ποιητικό αποτέλεσμα, με παραστατικότητα, ευαισθησία, τρυφερότητα, συγκινησιακό ρίγος και αδρές εκφραστικές εικόνες. Να πως σκληρές, ωμές αλήθειες γίνονται βήμα, εφαλτήριο και βάθρο για αισθητικές υπερβάσεις: «Είσεν ο τζύρης μου έναν λαούτον / τζ΄ έγλεπεν το τζ’ έσσεπεν το… / …επούλησεν το θκυο σελίνια / για ν’ αγοράσουμεν ψουμίν. / Τζ΄ ανάγειωσεν με τζειν’ το λαούτον. / Μπαίνω σε φούρνον τζ’ αντί ψουμίν / μυρίζομαι λαούτου ττέλια». (σελ. 87)