Είχε ως μέντορες τον πατέρα του αρχιτέκτονα Ραμών Καλησπέρα και τον εικαστικό Νίκο Κουρούσιη, ωστόσο ο ίδιος διαμόρφωσε μια αυτόνομη πορεία. Τα αρχιτεκτονικά και γλυπτικά του έργα προκύπτουν μέσα από πειραματισμό και έρευνα, αλλά και μέσα από τη συστηματική αποδόμηση των δικών του βεβαιοτήτων. Συζητούμε με τον αρχιτέκτονα, με αφορμή την έκθεσή του «Μηχανική Πίστη» που παρουσιάζει προσεχώς στη Λεμεσό.
–Τέχνη και αρχιτεκτονική λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία στη δουλειά σου; Η αρχιτεκτονική και η τέχνη υπήρξαν πάντα παράλληλες διαδρομές και αλληλένδετες μορφές σκέψης. Στη δημιουργική μου πορεία αποτελούν δύο δυναμικές, όπου η μία τροφοδοτεί την άλλη σε διαρκή συνέργεια. Η σχέση τους είναι διαλεκτική: ένα ενιαίο πεδίο διερεύνησης για την παραγωγή μορφής, νοήματος και εμπειρίας. Η αρχιτεκτονική οργανώνει δομή και χώρο, ενώ η τέχνη επιτρέπει την αποδόμηση και επαναδιατύπωση χωρίς λειτουργικούς περιορισμούς.
–Αυτή η προσέγγιση υπήρχε, ήταν ορατή από την παιδική σου ηλικία; Τόσο η τέχνη όσο και η αρχιτεκτονική υπήρχαν στη ζωή μου από πολύ μικρή ηλικία. Η παρουσία του πατέρα μου υπήρξε καθοριστική, κυρίως ως προς την κατανόηση της αρχιτεκτονικής ως πράξης με κοινωνικό βάρος. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου η ιδέα έπρεπε να μεταφράζεται σε κατασκευή με ευθύνη· αυτό καλλιέργησε μια αίσθηση πειθαρχίας, αλλά και την ανάγκη για προσωπική επεξεργασία μέσα από μια πιο ερευνητική ματιά. Θυμάμαι τις μακέτες του πατέρα μου, τις οποίες τότε έβλεπα σχεδόν σαν παιχνίδι. Παράλληλα, από πολύ μικρός ήμουν κοντά στον Νίκο Κουρούσιη, με τον οποίο διατηρούμε στενή σχέση μέχρι σήμερα, και μέσα από τον οποίο ήρθα σε επαφή με την τέχνη.
Έτσι διαμορφώθηκε μια ισορροπία ανάμεσα στην αυστηρότητα της αρχιτεκτονικής και στην ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης. Αυτή η συνθήκη με βοήθησε ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας νοοτροπίας επαναπροσδιορισμού. Από παιδί σχεδίαζα και κατασκεύαζα αντικείμενα, τροποποιώντας υπάρχοντα παιχνίδια και υλικά που έβρισκα, όπως ξύλα και LEGO, επαναδιαμορφώνοντάς τα σε νέες κατασκευές. Ήταν μια πρώιμη μορφή διερεύνησης δομών και σχέσεων, μέσα από τη μετατροπή του ήδη υπάρχοντος σε κάτι νέο.

–Μπήκες σε δίλημμα όταν ήρθε η στιγμή να επιλέξεις ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και την τέχνη; Δεν θα έλεγα ότι τέθηκε ποτέ ζήτημα επιλογής ανάμεσα στο ένα και το άλλο. Ήταν δεδομένο ότι θα ακολουθούσα την αρχιτεκτονική, όμως από νωρίς είχα σαφή εικόνα για το είδος της αρχιτεκτονικής που με ενδιέφερε. Σε αυτό καθοριστικό ρόλο είχε και η εμπειρία μου δίπλα στον Νίκο Κουρούσιη, μέσα από την οποία διαμορφώθηκε μια πιο ανοιχτή και ερευνητική προσέγγιση. Με ενδιέφερε να κινηθώ πέρα από προκαθορισμένες ιδεολογικές προσεγγίσεις και να διαμορφώσω ένα προσωπικό λεξιλόγιο. Δεν πρόκειται απλώς για ύφος ή αισθητική επιλογή, αλλά για έναν τρόπο να επαναδιατυπώνεται η ίδια η αρχιτεκτονική σκέψη μέσα από τη δική μου οπτική.Για μένα, η αρχιτεκτονική δεν περιορίζεται στη λειτουργική ή κατασκευαστική της διάσταση· αποτελεί ένα σύνθετο πολιτισμικό πεδίο παραγωγής εμπειρίας, μέσα από το οποίο συγκροτούνται τρόποι σκέψης, αντίληψης και ανασύνθεσης της πραγματικότητας.
–Σ’ αυτό τον τρόπο σκέψης φαντάζομαι πως συνέβαλαν και οι σπουδές σου στην περίφημη Σχολή Αρχιτεκτονικής ΑΑ (Architectural Association) του Λονδίνου; Όταν επέλεξα τις σπουδές μου, είχα αρκετές επιλογές. Η Architectural Association του Λονδίνου ξεχώρισε ως ένα περιβάλλον που αντιλαμβανόταν την αρχιτεκτονική όχι ως σταθερό γνωστικό αντικείμενο, αλλά ως πεδίο συνεχούς αναθεώρησης, πειραματισμού και θεωρητικής αμφισβήτησης. Σε εκείνη την περίοδο δίδασκαν, μεταξύ άλλων, η Ζάχα Χαντίντ, ο Ρεμ Κούλχας, ο Ρον Χέρον, ο Σέντρικ Πράις και πολλοί άλλοι, διαμορφώνοντας ένα ιδιαίτερα έντονο και πολυφωνικό ερευνητικό πλαίσιο, στο οποίο η αρχιτεκτονική αντιμετωπιζόταν ως ανοιχτό σύστημα σκέψης και όχι ως διαδικασία παραγωγής βεβαιοτήτων. Δεν υπήρχε η συμβατική διάκριση ανάμεσα στο “ορθό” και στο “λανθασμένο”, ούτε η ανάγκη να δικαιολογηθούν προσεγγίσεις που ξεπερνούσαν τα καθιερωμένα όρια. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η δημιουργική διαδικασία βασιζόταν στη διαρκή ανατροπή των ίδιων των παραδοχών. Αυτή η λογική της έρευνας, της αποδόμησης και της ανασύνθεσης παραμένει μέχρι σήμερα θεμελιώδης στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι και ασκώ την αρχιτεκτονική.
–Ποιο ήταν το όραμά σου όταν επέστρεψες από τις σπουδές σου στην Κύπρο; Η επιστροφή μου στην Κύπρο ανέδειξε έντονα την αντίθεση ανάμεσα σε ένα διεθνές, ανοιχτό και ερευνητικό περιβάλλον και σε ένα πιο περιορισμένο τοπικό πλαίσιο. Το όραμά μου δεν ήταν να μεταφέρω ή να “εισάγω” μια συγκεκριμένη αισθητική, αλλά να συμβάλω σε μια μετατόπιση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αρχιτεκτονική. Για μένα η αρχιτεκτονική δεν αφορά την παραγωγή τυποποιημένων λύσεων, αλλά μια διαδικασία σκέψης, εμπειρίας και συνεχούς επαναπροσδιορισμού. Με ενδιαφέρει μια αρχιτεκτονική που ενεργοποιεί τον χρήστη, τον ωθεί να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον χώρο και, κατ’ επέκταση, τον ίδιο τον τρόπο ζωής του. Παράλληλα, με απασχολεί βαθιά η παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Κύπρου. Ερευνώ τις τεχνικές και τα υλικά που χρησιμοποιούσαν οι παλαιοί μαστόροι, καθώς και τη σοφία και την αμεσότητα με την οποία αντιμετώπιζαν την κατασκευή.

Γι’ αυτό επέλεξες να ζεις σε διατηρητέο κτήριο; Ζω στη Λεμεσό, σε ένα διατηρητέο κτήριο του 1935 που ανήκει στην οικογένειά μου. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο χώρος φέρει τη μνήμη της προηγούμενης χρήσης του και την ενέργεια μιας βιωμένης αρχιτεκτονικής συνέχειας. Κατά την αποκατάστασή του, ακολούθησα σε μεγάλο βαθμό τις τεχνικές των παλαιών μαστόρων, χρησιμοποιώντας ακόμη και υλικά από τα γύρω κτήρια, όπως πέτρα, ώστε να διατηρηθεί η υλικότητα και η λογική της εποχής του. Αυτή η διαδικασία δεν ήταν απλώς συντήρηση, αλλά μια μορφή επαναπροσέγγισης της κατασκευαστικής σοφίας του παρελθόντος. Αυτή η εμπειρία έχει επηρεάσει ουσιαστικά και τη σύγχρονη αρχιτεκτονική δουλειά μου. Με ενδιαφέρει ο χώρος να μην είναι ουδέτερος, αλλά να φέρει μια αίσθηση συνέχειας, έντασης και εσωτερικής ενέργειας.

–Αυτό είναι ένα βασικό ζητούμενο όταν σχεδιάζεις ένα νέο χώρο; Είναι μια κρίσιμη παράμετρος της διαδικασίας σχεδιασμού. Κάθε νέο έργο για μένα ξεκινά από την ανάγκη να αποφευχθεί η εύκολη ή άμεση λύση, όχι ως άσκηση εντυπωσιασμού, αλλά ως προσπάθεια να προκύψει μια πραγματικά ουσιαστική αρχιτεκτονική συνθήκη. Η σχέση με τον άνθρωπο που θα κατοικήσει ή θα χρησιμοποιήσει τον χώρο δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια τυπική συναλλακτική λογική. Υπάρχει ένα επίπεδο εμπιστοσύνης και ευθύνης που υπερβαίνει τον όρο “πελάτης” και πλησιάζει περισσότερο μια μορφή δημιουργικής συνομιλίας. Το ζητούμενο δεν είναι η επιβολή μιας λύσης, αλλά η από κοινού επαναδιατύπωση των αναγκών και των προσδοκιών μέσα από ένα αρχιτεκτονικό πλαίσιο που δεν περιορίζεται στη λειτουργικότητα, αλλά ανοίγει πεδία εμπειρίας και νέας νοηματοδότησης.
–Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση όταν αρχίζεις ένα αρχιτεκτονικό έργο; Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να αντισταθείς στην άμεση απάντηση και στο προκαθορισμένο, επιτρέποντας στο έργο να αναπτυχθεί ως διαδικασία διερεύνησης. Με ενδιαφέρει μια αρχιτεκτονική που δεν ξεκινά από το “πώς θα λυθεί ένα πρόβλημα”, αλλά από την επαναδιατύπωση του ίδιου του προβλήματος. Το έργο λειτουργεί ως μηχανισμός σκέψης που επαναπροσδιορίζει τις ίδιες τις ανάγκες που καλείται να εξυπηρετήσει.
–Έχεις εντοπίσει πιο προσφιλή σε σένα κινήματα αρχιτεκτονικής ή τέχνης; Με έχει απασχολήσει ιδιαίτερα ο κονστρουκτιβισμός, ως ένα ριζοσπαστικό καλλιτεχνικό ρεύμα που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα και συνδέθηκε άμεσα με την έννοια της κατασκευής, της δομής και της κοινωνικής λειτουργίας της μορφής. Ο τρόπος σκέψης του κονστρουκτιβισμού βρίσκεται κοντά σε δικές μου αντιλήψεις για την αρχιτεκτονική, όπου η μορφή δεν αντιμετωπίζεται ως διακοσμητικό αποτέλεσμα, αλλά ως προϊόν νοηματικής και κατασκευαστικής λογικής. Παράλληλα, με έχει γοητεύσει το έργο του Καντίνσκι, όχι μόνο ως εικαστικού αλλά και ως διανοητή, κυρίως ως προς τον τρόπο με τον οποίο διερεύνησε τη σχέση ανάμεσα στη μορφή, το χρώμα και την εσωτερική δομή της έκφρασης.
–Μπορούμε να μιλήσουμε για κάποιου τύπου άμεσο ή έμμεσο επηρεασμό στο έργο σου; Με έχουν επηρεάσει κυρίως θεωρητικές και καλλιτεχνικές στάσεις, όχι ως μορφολογική αναφορά, αλλά ως ριζοσπαστική αντίληψη για τον ρόλο τόσο της αρχιτεκτονικής , όσο και της τέχνης. Με άλλα λόγια με επηρέασαν οι μηχανισμοί μετασχηματισμού όπως αυτοί διατυπώθηκαν από τις ιστορικές πρωτοπορίες του εικοστού αιώνα , αλλά και από νεωτερικές μεταπολεμικές θεωρήσεις ομάδων ή και μεμονωμένων ατόμων, όπου η γεωμετρία, το σύμβολο και η ιδεολογική δομή της μορφής δεν αντιμετωπίζονται μόνο ως αισθητικά στοιχεία, αλλά ως εργαλεία σκέψης. Δεν με ενδιέφερε ποτέ η αναφορά σε συγκεκριμένα πρότυπα, αλλά η ιδέα ότι η αρχιτεκτονική και η τέχνη είναι πεδία ενεργού μετασχηματισμού κοινωνικών και πολιτισμικών συνθηκών.

–Ας πάμε και στην εικαστική πλευρά του έργου σου. Αλήθεια, πώς ξεκίνησες να δημιουργείς γλυπτά; Όπως ανέφερα και προηγουμένως, η τέχνη υπήρχε πάντα στη ζωή μου. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου είχε ενσωματωθεί στις αρχιτεκτονικές μελέτες που σχεδίαζα, ως ένα παράλληλο πεδίο διερεύνησης μορφής και δομής. Ωστόσο, το καθοριστικό σημείο ήρθε με την επιστροφή μου στην Κύπρο, όπου η εμπειρία της κλίμακας και του τοπικού πλαισίου με οδήγησε σε μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού των ιδεών μου.
Το 2008 ξεκίνησα να δημιουργώ τα πρώτα μου γλυπτά, μέσα από μικρές κατασκευές και πειραματισμούς με υλικά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια στιγμή στην παλιά Λευκωσία, κοντά στην Πράσινη Γραμμή, όπου βρήκα ένα οξειδωμένο κομμάτι σίδερο. Το πήρα μαζί μου και το επεξεργάστηκα στο εργαστήριο του Νίκου Κουρούσιη. Ήταν μια πράξη μετασχηματισμού ενός “ευρήματος” σε φορέα νοήματος. Μέσα από αυτές τις πρώτες χειρονομίες επιχειρούσα να διατυπώσω μια πιο ανοιχτή και ταυτόχρονα στοχαστική σχέση με το υλικό, όπου το γλυπτό λειτουργεί ως πρόταση και όχι ως κλειστό αντικείμενο.
–Σε απασχολούν θέματα όπως η παγκοσμιοποίηση και οι πόλεμοι; Φυσικά, με προβληματίζει η συνεχώς μεταβαλλόμενη νέα τάξη πραγμάτων σε ένα πλέον παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπου τα ρομποτικά μηχανήματα καθορίζουν αποφασιστικά τον τρόπο ζωής και σκέψης. Ζούμε σε μια περίοδο συνεχών ανατροπών και αβεβαιότητας, ενώ παράλληλα αλλοιώνεται σταθερά η ταυτότητα μας, κάτι που επίσης με απασχολεί. Όλα αυτά τα θέματα είναι που επιχειρώ να αγγίξω και να αναδείξω μέσα από τις γλυπτικές μου προτάσεις τα τελευταία 15 χρόνια.
–Τιτλοφορείς τη νέα σου έκθεση στη Λεμεσό «Μηχανική Πίστη». Ποιο είναι το σκεπτικό σου; Προσπάθησα με αυτόν τον τίτλο να συμπυκνώσω μέσα από τις δύο αυτές έννοιες (πίστη και μηχανή) μια προβληματική που αφορά αφενός την έννοια της πίστης, ως μηχανισμό πολιτιστικής συνοχής και παραγωγής νοήματος, πολύ πέραν της θεολογικής αντίληψης και αφετέρου την έννοια της μηχανής, η οποία πλέον εκτελεί κυριολεκτικά και μεταφορικά την αιτούμενη παραγωγή με απόλυτη ακρίβεια και αποτελεσματικότητα. Οι μύθοι, οι ιδεολογίες, όπως και κάθε τελετουργικό σχήμα του παρελθόντος μέσα από μηχανικές και αλγοριθμικές διαδικασίες επαναπροσδιορίζονται, παράγοντας την συλλογιστική της νέας τάξης πραγμάτων. Οι τεχνολογικές δομές είναι πλέον αυτές που προσδιορίζουν την έννοια «πίστη» σε ένα περιβάλλον όπου κάθε νόημα επανα-κωδικοποιείται . Η πρόταση της Μηχανικής πίστης λειτουργεί ως πεδίο αποδόμησης και επανα-σύνθεσης της μνήμης μέσω μηχανικών και αλγοριθμικών διαδικασιών.
–Το μάρμαρο και ο μπρούντζος αποκτούν εδώ μια άλλη σημασία; Το μάρμαρο και ο μπρούντζος φέρουν ένα ισχυρό ιστορικό βάρος μνημειακότητας και ιερότητας. Σε αυτή την έκθεση αυτές οι σταθερές διαταράσσονται. Τα δύο αυτά υλικά γίνονται φορείς μιας μετατόπισης από την αναπαράσταση προς την επεξεργασία δημιουργίας κωδίκων. Σαν να γίνονται φορείς και υποδοχείς διαχρονικής σοφίας. Έτσι η αντίληψη του ιερού με αυτά τα υλικά δεν αποτυπώνεται με τους άλλοτε οικείους τρόπους αναπαράστασης θεοτήτων, αγίων ή ηρώων, αντίθετα αναδιαμορφώνεται με μαθηματική καθαρότητα, δημιουργώντας τις νέες μορφές πολιτισμικής επεξεργασίας που φέρουν το τεχνολογικό στίγμα της εποχής μας.
–Οι γλυπτικές σου προτάσεις ως προϊόντα μηχανικής επεξεργασίας, πώς λειτουργούν ως φορείς μνήμης; Η μνήμη εδώ δεν είναι αναπαραστατική, αλλά δήλωση διαδικασίας. Η μηχανική επεξεργασία δεν αναιρεί αυτό που κατανοούμε ως μνήμη· τη μετασχηματίζει όμως κάνοντας συνεχείς αναγωγές σε αρχετυπικά και γεωμετρικά σύμβολα. Η μνήμη έτσι μετατοπίζεται από το «τι θυμόμαστε» με αφηγηματικό τρόπο στο πώς παράγεται αυτό που αναγνωρίζεται ως μνημονική διαδικασία κωδίκων. Εξάλλου η μηχανική μνήμη δεν επιδιώκει την διατήρηση του όμοιου, αλλά την επεξεργασία του. Δεν αποσκοπεί στην δημιουργία αυτού που παραδοσιακά θεωρούμε μνημείο ή αρχείο, αλλά προτείνει την μετατροπή του αντικειμένου σε σύμβολο/σημάδι που συμπυκνώνει τη δήλωση μιας μετατροπής σε οντολογικό συμβάν απόλυτης αναγωγής.
- INFO Λεμεσός, γκαλερί El Greco. Η έκθεση του Κωνσταντίνου Καλησπέρα, «Μηχανική Πίστη: Πολιτισμός, Αλγόριθμος και Εθνική Μνήμη», εγκαινιάζεται στις 15 Μαΐου στις 7μ.μ. και θα διαρκέσει ως τις 24 Μαΐου.
Ελεύθερα 10.5.2026