Ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα που έχει έρθει στην επιφάνεια τα τελευταία χρόνια αποτελεί το μεταναστευτικό. Οι ρυθμοί με τους οποίους κατέρχονται στην χώρα μας μετανάστες έχουν αυξηθεί κατά πολύ, λόγω της νέας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας αλλά και των πολέμων. Στις μέρες μας, το συγκεκριμένο θέμα φαίνεται να λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις με συνέπειες που εκτείνονται τόσο σε κοινωνικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Αναμφίβολα, το θέμα της παιδείας δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο.

Αρχικά, να τονιστεί ότι συμπαράσταση και η αλληλεγγύη όλων των χωρών και λαών της Ε.Ε, αποτελεί ηθική υποχρέωση και ανθρωπιστικό καθήκον. Η πατρίδα μας, αλλά και γενικότερα ο Ελληνισμός βίωσαν την προσφυγιά και τις συνέπειες της, πράγμα το οποίο μας κάνει ακόμα πιο ευαίσθητους για το συγκεκριμένο θέμα.

Ο μεγάλος αριθμός μεταναστών και προσφύγων στις σχολικές μονάδες της χώρας μας, μπορεί εύκολα να γίνει αντιληπτός με μια επίσκεψη σε οποιοδήποτε σχολείο δημοτικής ή μέσης εκπαίδευσης. Οπότε, εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς πως τα τμήματα αυτά, με μεγάλο αριθμό μεταναστών χρήζουν ιδιαίτερης μεταχείρισης. Η γλώσσα, είναι ο πλέον καθοριστικός παράγοντας για τη σωστή προσαρμογή και την ανάπτυξη των παιδιών αυτών, στη νέα κοινωνία που βρέθηκαν είτε ως παιδιά οικονομικών μεταναστών είτε ως παιδιά πολιτικών προσφύγων.

Η γλώσσα αποτελεί βασικό στοιχείο, το οποίο μπορεί να δημιουργήσει ανισότητες μεταξύ μαθητών. Από την μια πλευρά οι ελληνοκύπριοι μαθητές, θα μπορούσαν να μην προχωρήσουν όσο θα έπρεπε και να εξελίξουν τις γνώσεις τους, λόγω του ότι στο τμήμα τους έχουν αρκετούς συμμαθητές με μεταναστευτική βιογραφία και δεν μιλούν την ελληνική γλώσσα. Από την αντίθετη πλευρά όμως, οι αλλόγλωσσοι μαθητές μπορούν να νιώσουν αδικημένοι, εάν ο εκπαιδευτικός ασκώντας το λειτούργημα που επιτελεί, ακολουθεί το πρόγραμμα διδασκαλίας με βάση τους ρυθμούς που οι ελληνοκύπριοι μαθητές αντλούν τις γνώσεις. Αυτό θα συμβαίνει εις βάρος των μαθητών που δεν έχουν ως μητρική την ελληνική γλώσσα αφού αυτοί δεν θα μπορούν να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους συμμαθητές τους. Τα πιο πάνω φαίνεται ότι θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις τόσο για τους ντόπιους μαθητές όσο και για τους μαθητές με μεταναστευτικό βιογραφικό. Επομένως τα σχολεία μας, οφείλουν να δημιουργήσουν τάξεις υποδοχής όπου θα παρέχουν εξατομικευμένη διδασκαλία, ώστε να μην υστερεί μαθησιακά κανένας μαθητής.

Αρχικά θα πρέπει να γίνει σχεδιασμός ενός ευέλικτου και εύχρηστου συστήματος καταγραφής που θα αξιολογεί τις ικανότητες στην ελληνική γλώσσα. Η αρχική καταγραφή θα πρέπει να εστιάζει στη γλωσσική επάρκεια της ελληνικής γλώσσας. Η καταγραφή θα μπορούσε, παράλληλα να περιλαμβάνει ατομικά προφίλ ικανοτήτων και μάθησης. Για την άμεση συμμετοχή του σχολείου, ιδίως στη Δημοτική Εκπαίδευση, η διαχείριση της καταγραφής θα πρέπει να γίνεται από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς του σχολείου, κατά την άφιξη των μαθητών στη σχολική μονάδα, έτσι ώστε να μην σημειώνεται καθυστέρηση στην αποτελεσματικότερη υποστήριξη των παιδιών.

Επιπλέον, για την ομαλότερη ένταξη των μαθητών με μεταναστευτική βιογραφία, στην εκπαίδευση,  θα πρέπει να προσφέρονται περισσότερες ώρες εκπαιδευτικής υποστήριξης σε επίπεδο Δημοτικής Εκπαίδευσης, ιδίως στα σχολεία με υψηλό ποσοστό παιδιών οικονομικών μεταναστών ή πολιτικών προσφύγων.

Σύμφωνα με τα πιο πάνω σημαντικός είναι και ο ρόλος του εκπαιδευτικού στο πολυπολιτισμικό σχολείο. Συγκεκριμένα, ο εκπαιδευτικός καλείται να παίξει το ρόλο του διαμεσολαβητή και για να το επιτύχει αυτό, πρέπει να έχει γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των μαθητών με πολιτισμικές διαφορές και να γνωρίζει διδακτικές προσεγγίσεις και δεξιότητες που θα βοηθήσουν τους μαθητές να προσεγγίζουν θετικά και άλλους πολιτισμούς εκτός από τον δικό τους.

Συνοπτικά, ήδη έγιναν αρκετά θετικά βήματα από το Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας, τα οποία, ωστόσο, χρειάζεται να ενισχυθούν περαιτέρω, για να πετύχουμε μια ολοκληρωμένη πολιτική για τα αλλόγλωσσα παιδιά αλλά και για να διασφαλίσουμε τον δημογραφικό χαρακτήρα των σχολικών μας μονάδων.

* Βουλευτής.