Δίπλα στους πύργους-landmark ο δήμος Λεμεσού ονειρεύεται και ένα Αρχαιολογικό Μουσείο- landmark μέσα στη θάλασσα, μια πρόταση που φαίνεται να ευνοεί και ο υπουργός Μεταφορών Γιάννης Καρούσος.
Όχι ένα, αλλά δύο νέα μουσεία στη Λεμεσό εξήγγειλε πρόσφατα ο υπουργός Μεταφορών Γιάννης Καρούσος. Και ο δήμος Λεμεσού, υπερθεματίζοντας, πρότεινε στον υπουργό το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης να είναι ένα μουσείο landmark –ορόσημο ή τοπόσημο, δηλαδή, στα ελληνικά– το οποίο θα γίνει μέσα στην θάλασσα, ως μια προέκταση της Ακταίας Οδού. Ίσως για να ταιριάξει με τους πύργους-landmark της πόλης. Η πρόταση αυτή όμως, όπως υποστηρίζει το Κίνημα Οικολόγων, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στο ήδη επιβαρυμένο φυσικό περιβάλλον της περιοχής. Όσο για το δεύτερο μικρότερο μουσείο, αυτό, σύμφωνα με τον υπουργό, θα γίνει στην περιοχή της Αμαθούντας.
Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η Κύπρος, με τον αρχαιολογικό πλούτο που διαθέτει, επιβάλλεται να δημιουργήσει νέα μουσεία για να προβάλει τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της. Ηχούν ωραία στα αυτιά μας όλα αυτά, αν γίνονταν πραγματικά από ενδιαφέρον για την πολιτιστική ανάπτυξη και στο πλαίσιο μιας καλοσχεδιασμένης μακροπρόθεσμης πολιτικής. Μόνο που, τελικά, δίνουν την εντύπωση πως πρόκειται για προεκλογικό πυροτέχνημα: Γιατί δεν αναβαθμίζεται καταρχήν το υπάρχον Αρχαιολογικό Μουσείο, το οποίο διαθέτει ήδη η Λεμεσός; Ποια στοιχεία και μελέτες τεκμηριώνουν την ανάγκη ανέγερσης νέου; Εδώ δύο φύλακες επιπλέον ζήτησαν οι υπεύθυνοι του Μουσείου, ώστε να μπορεί να λειτουργεί και τα Σαββατοκύριακα, και δεν τους έχουν παραχωρηθεί ακόμα. Μήπως επισκέφθηκαν το υφιστάμενο Αρχαιολογικό Μουσείο τεχνοκράτες, ώστε να δουν πώς μπορεί να εκσυγχρονιστεί, και αν χρειάζεται να επεκταθεί, ώστε να εκτεθούν και άλλα αντικείμενα που τώρα βρίσκονται στις αποθήκες; Ο κ. Καρούσος ανέφερε ως αρνητικό το γεγονός ότι το Μουσείο δέχεται μόλις πέντε επισκέψεις τη μέρα. Και ποια είναι η λύση, λοιπόν; Αν δημιουργήσουμε ένα νέο μουσείο μέσα στη θάλασσα, ο κόσμος θα το προτιμά; Γιατί δεν ακολουθούν το παράδειγμα των μουσείων της Πάφου και της Λάρνακας, τα οποία ανακαινίστηκαν με επιτυχία στους ίδιους χώρους όπου βρίσκονταν, στα κέντρα των πόλεων;
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Λεμεσού έχει καθιερωθεί ως τοπόσημο στη συνείδηση των Λεμεσιανών. Λειτούργησε το 1975 και, σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα Φειδία Παυλίδη, αποτελεί ένα αξιόλογο δείγμα μοντερνιστικού κτηρίου, σχεδιασμένου σύμφωνα με τις τάσεις της εποχής του και λαμβάνοντας πετυχημένα υπόψη την εξέλιξη της μουσειολογίας τη δεκαετία του 1970. Αρχιτέκτονας ήταν ο Έκτορας Στυλιανίδης, ο οποίος εργαζόταν στα Δημόσια Έργα. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να ακυρώνεται με μια μονοκονδυλιά, και χωρίς καμιά επιστημονική μελέτη, ένα τόσο σημαντικό έργο στην πόλη;
Αλλά και το Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου επισημαίνει, με επιστολή του στον υπουργό Μεταφορών και τον δήμο Λεμεσού, ότι θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί η συντήρηση και αναβάθμιση του υφιστάμενου Μουσείου, με δεδομένη τη μεγάλη σημασία του για τον αστικό ιστό και τη συλλογική μνήμη της πόλης. Τονίζεται επίσης ότι θα πρέπει παράλληλα να εξεταστεί και η σύνδεση του υφιστάμενου μουσείου με άλλο κτήριο, υπάρχον ή νέο, που να ανταποκρίνεται σε μια σύγχρονη μουσειολογική προσέγγιση, εμπλουτίζοντας τις πολιτιστικές δομές της πόλης.
Πριν από δυο χρόνια ο υπουργός Μεταφορών καθιέρωσε την ελεύθερη είσοδο σε 12 μουσεία, με σκοπό να αυξηθεί η επισκεψιμότητα και το ενδιαφέρον του κοινού. Το μέτρο αυτό δεν στάθηκε, βέβαια, αρκετό ώστε να φέρει περισσότερο κόσμο στα μουσεία. Να θυμίσουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα έκθεση σύγχρονης τέχνης, που διοργανώθηκε το 2018 στο Μουσείο της Λεμεσού με έργα του Δημήτρη Αληθεινού, τα οποία ανέπτυσσαν έναν ενδιαφέροντα εικαστικό διάλογο με τα αρχαία εκθέματα. Ήταν μια πολύ επιτυχημένη διοργάνωση που προσέλκυσε ένα νέο κοινό, όπως φοιτητές του ΤΕΠΑΚ, αλλά και άλλους ανθρώπους που αγαπούν την τέχνη. Η μεγάλη επιτυχία της έκθεσης ήταν το ότι αποτέλεσε την αφορμή να «ξανασυστηθούν» στο κοινό τα αρχαία αντικείμενα. Πολύ μεγάλη επισκεψιμότητα είχε το 2019 και η έκθεση «Ο Πικάσο στο Κυπριακό Μουσείο. Έργα σε Πηλό», με κεραμικά του μεγάλου Ισπανού καλλιτέχνη στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Λευκωσίας, τα οποία δημιουργούσαν μια ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση με την αρχαία κυπριακή τέχνη. Μεγάλη ανταπόκριση είχαν επίσης οι δράσεις με ξεναγήσεις, μουσική και εκπαιδευτικά εργαστήρια, οι οποίες οργανώνονταν την Ημέρα των Μουσείων στην προ-κορωνοϊού εποχή. Τέτοιες ενδιαφέρουσες δράσεις, για να είναι αποτελεσματικές μακροπρόθεσμα, θα πρέπει να οργανώνονται συστηματικά όλο τον χρόνο και σε όλα τα μουσεία της Κύπρου, όχι μια φορά ετησίως ή κάθε δυο χρόνια.
Παράλληλα, πολύ σημαντική είναι η διοργάνωση εκπαιδευτικών διαδραστικών προγραμμάτων για παιδιά με σύγχρονες τεχνολογίες, που να τους καλλιεργούν την περιέργεια και το ενδιαφέρον για την ιστορία του τόπου. Γι’ αυτό τον σκοπό δεν είναι αρκετή μια απλή επίσκεψη στο μουσείο από μια σχολική τάξη μαθητών, όπως γίνεται εδώ και δεκαετίες. Ωστόσο, για να γίνουν όλες αυτές οι δράσεις συστηματικά και με πρόγραμμα, απαιτείται νέο καταρτισμένο προσωπικό. Τα σημερινά μουσεία διαθέτουν ως και τμήμα μάρκετινγκ, ώστε να προβάλλουν αποτελεσματικά τα προγράμματά τους. Ακόμα και τα σύγχρονα καφεστιατόρια που λειτουργούν μέσα στα μουσεία του εξωτερικού, συμβάλλουν ώστε οι χώροι αυτοί να λειτουργούν σαν ζωντανά κύτταρα στην καθημερινότητα της πόλης.
Αν λοιπόν η πολιτεία ενδιαφέρεται πραγματικά για τα μουσεία, μπορεί καταρχήννα ενισχύσει και να εκσυγχρονίσει τα υφιστάμενα, όχι μόνο κτηριολογικά αλλά και με έμψυχο υλικό. Αυτό απαιτεί σχεδιασμούς στα πλαίσια μιας συνολικής πολιτιστικής ανάπτυξης, αλλά και χρήματα. Ούτε καν οι σημερινές βασικές ανάγκες του Τμήματος Αρχαιοτήτων δεν καλύπτονται από το υπουργείο Μεταφορών, αφού το προσωπικό είναι μείον κατά 50 άτομα, με μεγάλες ελλείψεις σε βασικές ειδικότητες.
Ας ελπίσουμε ότι με την ένταξη των αρχαιοτήτων στο υφυπουργείο Πολιτισμού σε ένα χρόνο, θα δούμε να αναβαθμίζονται και τα μουσεία, με σωστούς σχεδιασμούς όμως και όχι με εξαγγελίες-πυροτεχνήματα.
maria.panayiotou@phileleftheros.com
Ελεύθερα, 17.4.2022.