Είναι κάποιες αλήθειες που πιστεύω πως δεν πρέπει να κρύβουμε ούτε και να ντρεπόμαστε να τις λέμε.
Συνηθίζω πολύ συχνά να διηγούμαι στην κόρη και τον γιο μου κάποιες ιστορίες από την παιδική μου ηλικία. Κάποιες εμπειρίες και βιώματά μου. Αλλά τους μιλώ και για τον παππού τους τον Παπαλάζαρο που ήταν 52 τόσα χρόνια ιερέας στη γενέτειρά του, τα Χολέτρια, ένα μικρό χωριό στην επαρχία της Πάφου. Μιλώ για τις εποχές που οι ιερείς της υπαίθρου δεν έπαιρναν μισθό από την κυβέρνηση αλλά μισθό από το χωριό τους και τα «τυχερά» που είχαν από βαφτίσεις, αρραβώνες και γάμους (σπάνιο φαινόμενο φυσικά για ένα τόσο μικρό χωριό).
Οι χωριανοί τότε πλήρωναν λειτουργικό 30 σελίνια τον χρόνο, ένα είδος φορολογίας προς την εκκλησία. Με τη φορολογία αυτή πληρωνόταν ο ιερέας, περίπου έξι λίρες τον μήνα. Η φορολογία αυτή επιβαλλόταν τα πρώτα χρόνια της ιεροσύνης του. Όπως αργότερα μας έλεγε δεν ήταν «δίκαιο» για τον κόσμο να πληρώνει τόσους φόρους. «Επήα μες τον καφενέ τζιαι έσσιησα τις κόλλες τζιαι τους είπα: δεν θα πληρώνει κανένας λειτουρκικόν, είπα τζιαι του ταμία της εκκλησιάς αν το παγκάρι έσσιει ριάλια θα πληρώνεται τζιαι ο παπάς…». Θυμάμαι λοιπόν, μικρός, στο τέλος κάθε μήνα ο πατέρας με έστελνε μαζί με τη μεγαλύτερή μου αδελφή στον Λέαντρο, που ήταν τότε ο ταμίας της εκκλησίας του Αγίου Παντελεήμονα για να μας δώσει τον μισθό. Ο Λέαντρος ήταν ένας άνθρωπος αυστηρός, δουλευταράς και τίμιος. Κανείς ποτέ δεν αμφισβήτησε την τιμιότητα του Λεάντρου. Για την ακρίβεια δεν έδωσε ποτέ δικαίωμα σε κανένα να τον αμφισβητήσει. Μόνο για κάποιες εμμονές του λέγαμε. Αν για παράδειγμα δεν πηγαίναμε στις 30 του μήνα αλλά στις 29 (με εξαίρεση τον Φλεβάρη) για να μας δώσει τις έξι λίρες αυτός αρνιόταν. «Ο παπάς να περιμένει, ο μήνας έσιει 29, να έρτετε αύριο», αυτό επέβαλλε ο κανονισμός και εξαίρεση από αυτόν δεν είχε κανένας και ασφαλώς ούτε ο εφημέριος του χωριού!
Όταν ο παπάς διεκδικούσε από τον τότε Μητροπολίτη Γεννάδιο κάποια αύξηση λέγοντάς του «Πανιερώτατε έχω εφτά κοπελούδκια τι να μου κάμουν έξι λίρες;», ο Πανιερώτατος του απαντούσε: «Έξι λίρες μπορεί να είναι λίγες αλλά είναι ευλογημένες, πατήρ Λάζαρε».
Άλλες εποχές, άλλοι καιροί. Μικρός όμως έκανα μία σύγκριση. Τώρα θα μου πείτε, λεπτομέρεια, αλλά τη σύγκριση την έκανα. Όταν φιλούσα το χέρι κάποιου Δεσπότη, ή Αρχιμανδρίτη που ερχόταν σε καμιά γιορτή όπως ήταν του Αγίου Παντελεήμονα στις 27 του Ιούλη που ήταν και ο πολιούχος Άγιος του χωριού μας, τα χέρια τους ήταν άσπρα και μαλακά. Του πατέρα μου πάντα σκληρά με ρόζους και πολλές φορές και τραυματισμένα. Έτσι ήταν πιστεύω τα χέρια όλων ή τουλάχιστον των περισσοτέρων παπάδων της υπαίθρου. Γιατί για να βγάλουν τα προς το ζην έπρεπε να εργαστούν και αλλού όπως ήταν οι σκληρές αγροτικές εργασίες ή πάλι οι οικοδομές.
Στον πατέρα μου αλλά και σε άλλους ιερείς της υπαίθρου υπήρχε κάτι ξεχωριστό: Μία αγνότητα, μία βαθιά ακλόνητη πίστη στον Θεό και στο γεγονός ότι το δίκαιο πάντα υπερνικά. Αυτή η πίστη, η αφοσίωσή τους πρόβαλλε τίμια, αγνά και ταπεινά μέσα από το πρόσωπό τους. Μπορεί μέχρι σήμερα να δυσκολεύομαι να την εξηγήσω. Άνθρωποι τίμιοι, αφοσιωμένοι στο ιερό τους καθήκον αλλά… αγράμματοι. Ο πατέρας μου φοίτησε, δεν φοίτησε μέχρι την τετάρτη του δημοτικού σχολείου και όπως αυτόν όλοι ή σχεδόν όλοι οι παπάδες της υπαίθρου. Όταν τον άκουγα να εξηγά στην εκκλησία το Ευαγγέλιο τον θαύμαζα. Είχε έναν δικό του μοναδικό τρόπο. Στρογγυλευμένες, απλές, κατανοητές κουβέντες. Λίγα αλλά όμορφα λόγια. «Ο κόσμος, γιε μου, βαρκιέται να μας ακούει, με δκυο λόγια πρέπει να εξηγούμε τη σημασία του Ευαγγελίου και ο κόσμος ξέρει, κατανοά. Εν μπορώ να καταλάβω πολλούς που τους Θεολόγους που μας πέμπει η Μητρόπολη, λαλούσιν, λαλούσιν πολλές φορές ούτε εγώ εν τους καταλάβω…». Μέχρι σήμερα ηχούν στα αυτιά μου οι παρατηρήσεις του.
Ξέρετε, από τη διδασκαλία του Χριστού πολλά και σπουδαία είναι τα πράγματα που ξεχωρίζουν. Αν ξεχώριζα ένα θα ήταν τούτο: τη σεμνότητα του Χριστού. Ο δάσκαλος των δασκάλων ένιωσε την ανάγκη λίγες ημέρες πριν τη σταυρική του θυσία να γονατίσει και να πλύνει τα πόδια των αγράμματων μαθητών του. Αλήθεια, τι συμβολίζει αυτή του η πράξη; Δεν είναι τη σεμνότητα, την αναγνώριση του απλού και καθημερινού ανθρώπου;
Τέτοιους απλούς, ανθρώπινους και ταπεινούς ιερείς χρειαζόμαστε και σήμερα. Και επειδή ο μηδενισμός είναι κακό πράγμα, θέλω να τονίσω πως και σήμερα έχουμε τέτοιους Ιερωμένους. Δυστυχώς όμως κάπου τους χάνουμε ή μάλλον κάποιοι με τους μεγαλόσταυρους θα πρέπει να είναι περισσότερο προσεκτικοί για να μπορεί ο κόσμος να τους ακολουθεί. Να μην ξεχνάμε ότι «πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται».