Η επανεκδίκαση υπόθεσης μπορεί να διαταχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της κατ’ έφεση δικαιοδοσίας του, οπότε η υπόθεση εκδικάζεται από την αρχή χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η δίκη που προηγήθηκε. Οι διάδικοι δεν δεσμεύονται πλέον από το αποτέλεσμα της αρχικής δίκης, η οποία θεωρείται ως μη γενόμενη και η επανεκδίκαση της υπόθεσης μπορεί να γίνει είτε από τον ίδιο δικαστή είτε από άλλο δικαστή ανάλογα με τη διαταγή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που μια αγωγή ή αίτηση παραπέμπεται για νέα εκδίκαση, η δεύτερη δίκη υπερισχύει της πρώτης και οποιοδήποτε εύρημα του δικαστηρίου στην πρώτη δίκη δεν λαμβάνεται υπόψη. Θέματα που τυχόν εγκαταλείφθηκαν ή δεν εγέρθηκαν από διάδικο στην πρώτη δίκη μπορούν να εγερθούν στη δεύτερη και υφιστάμενα θέματα μπορούν να εγκαταλειφθούν. Ο δικαστής κατά την επανεκδίκαση δεν δεσμεύεται ούτε παρεμποδίζεται από την απόφαση και τα ευρήματα της πρώτης δίκης, δεν τα λαμβάνει υπόψη και εκδικάζει την υπόθεση από την αρχή. 

Με τις αρχές που διέπουν την επανεκδίκαση υπόθεσης de novo ασχολήθηκε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην απόφαση του ημερ.15.2.2022 στην Έφεση αρ.29/2019, όπου ηγέρθηκε ως λόγος έφεσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε την αγγλική αυθεντία Bobolas ότι τα μέρη δεν δεσμεύονται από οτιδήποτε προηγουμένως. Συγκεκριμένα, η διαφορά αφορούσε το ύψος της μηνιαίας δόσης που διατάχθηκε ο εφεσίβλητος να πληρώνει στην εφεσείουσα για αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους σε υπόθεση περιουσιακών διαφορών πρώην συζύγων. Η εφεσείουσα δεν αποδέχθηκε την πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με το ύψος της μηνιαίας δόσης και την εφεσίβαλε. Το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας την έφεση, διέταξε την επανεκδίκαση της αίτησης, η οποία εκδικάστηκε από δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Το δικαστήριο, αφού άκουσε μάρτυρες και τον εφεσίβλητο, εξέδωσε την απόφαση του, η οποία δεν ικανοποίησε τους διαδίκους. 

Η εφεσείουσα καταχώρησε νέα έφεση, προβάλλοντας τον ανωτέρω λόγο και στην αιτιολογία του αποδέχθηκε ότι η υπόθεση Bobolas αναφέρει ότι η επανεκδίκαση μιας υπόθεσης είναι νέα δίκη και δεν θεωρείται δεδικασμένο και/ή δεν δεσμεύεται ο διάδικος και/ή ο μάρτυρας από δηλώσεις που προέβηκε στην αρχική δίκη. Όμως, ισχυρίστηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά τις υποβολές των δικηγόρων της όφειλε να εξετάσει, αξιολογήσει και λάβει υπόψη την ένορκη μαρτυρία του εφεσίβλητου στην πρωτόδικη αίτηση περιουσιακών διαφορών και στην «τελευταία» αίτηση έρευνας. Υποστήριξε επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε ένα σημαντικό ποσό χρημάτων, το οποίο ενέπιπτε στα περιουσιακά στοιχεία του εφεσίβλητου, το οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη στον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων δόσεων.

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην ομόφωνη απόφαση που εξέδωσε η Δικαστής κα Δ. Σωκράτους έκρινε το λόγο έφεσης εντελώς αβάσιμο, αναφέροντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην αρχή της απόφασης του θέτει το ιστορικό της υπόθεσης, καταγράφοντας τα ακόλουθα: «Η παρούσα αίτηση έχει τεθεί ενώπιον μου προς εκδίκαση κατόπι διαταγής του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επανεκδίκαση της. Η επανεκδίκαση αποτελεί στην ουσία δίκη de novo, δηλαδή δίκη που ξεκινά από την αρχή και είναι εντελώς ανεξάρτητη από την προηγούμενη. Έτσι, τα μέρη δεν δεσμεύονται από οτιδήποτε ειπώθηκε προηγουμένως». Το Ανώτατο Δικαστήριο επιδοκίμασε τα αναφερόμενα, προσθέτοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έθεσε το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινείτο βασιζόμενο στην αρχή που καθιέρωσε η Bobolas. Ουσιαστικά διαμόρφωσε τη θέση ότι θα κρίνει και θα εκδικάσει την υπόθεση με όσα στοιχεία, έγγραφα, μαρτυρία τεθεί ενώπιον του κατά τη δίκη την οποία το ίδιο εκδίκαζε.

Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε (α) ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία και τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δίδοντας επαρκή αιτιολογία. Ειδικά για το ποσό που σημειώθηκε ως έσοδο από δεύτερη εργασία, ο εφεσίβλητος αντεξετάστηκε και το Δικαστήριο δέχθηκε ως αξιόπιστη τη θέση του ότι ουδέποτε έκανε δεύτερη εργασία παρά μόνο βοηθούσε τον πατέρα του, ο οποίος του έδινε χρήματα για την ανέγερση της οικίας που αποτελούσε το συζυγικό οίκο του ιδίου και της εφεσείουσας, (β) αφού διεξήλθε τα πρακτικά της διαδικασίας, κατέληξε ότι εκείνο που υποβλήθηκε στον εφεσίβλητο, χωρίς να τεθούν ενώπιον του τα πρακτικά της προηγούμενης διαδικασίας, ήταν ο ισχυρισμός της εφεσείουσας ότι αυτός εργαζόταν με τον πατέρα του για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ενώ ο εφεσίβλητος στη σχετική υποβολή έδωσε την απάντηση πως μέχρι το χρόνο που σταμάτησε βοηθούσε τον πατέρα του. Συνεπώς, έκρινε αβάσιμο τον λόγο έφεσης και απέρριψε την έφεση.

* Δικηγόρος στη Λάρνακα