Από τον Μάρτη του1956 μερικές χιλιάδες Άγγλοι στρατιώτες με πλήρη πολεμική εξάρτηση άρχισαν επιχειρήσεις στα βουνά της Κύπρου να εξουδετερώσουν το αντάρτικο του Απελευθερωτικού Αγώνα. Ο Αρχηγός «Διγενής» φυγαδεύτηκε αναγκαστικά στις πόλεις αφήνοντας στη θέση του τον Υπαρχηγό του με αρκετούς συντρόφους. Οι Άγγλοι πληροφορημένοι από δυο – τρεις εξωμότες, ακολουθούσαν κατά πόδας τον υπαρχηγό με την ομάδα του. Στις βουνοκορφές του Μαχαιρά σχεδόν τους έφτασαν και τον Φεβράρη του 1957, ήταν μόλις δυο ώρες πίσω τους. Ο Υπαρχηγός και μερικοί σύντροφοι του, όλοι καταζητούμενοι, παρά τις προτροπές του ηγουμένου, εγκατέλειψαν βιαστικά τη μονή του Μαχαιρά, όπου κατέφευγαν τον τελευταίο καιρό και πήραν κατάνυκτα τον κατήφορο μέσα από το πυκνό δάσος, για ένα μικρό χωριό λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω. Έβρεχε σχεδόν κάθε μέρα εκείνη τη χρονιά κι ο ήλιος κρυμμένος μέσα στα σύννεφα σπάνια άφηνε δειλά λίγες ακτίνες να φωτίσουν την πλάση και να στεγνώσουν τη βρεγμένη γη. Ο καταθλιπτικός καιρός βάραινε στις ψυχές των ανθρώπων στα χωριά της Ορεινής, γιατί ο στρατός είχε επιβάλει κατ’ οίκον περιορισμό. Τα πάντα είχαν σταματήσει στην περιοχή και μόνο οι αμυγδαλιές δε λογάριασαν τίποτα κι ούτε νοιάστηκαν για τις παραξενιές των ανθρώπων. Στην ώρα τους άνθισαν όπως κάθε χρόνο την ίδια εποχή στολίζοντας την πλάση, βάλσαμο παρηγοριάς και μήνυμα ξεκάθαρο πως η ζωή συνεχίζεται. 

Οι αντάρτες οδηγούμενοι από έναν αγωνιστή που ήξερε τα κατατόπια και τρέχοντας μέσα στο σκοτάδι για ώρες, έφτασαν εξαντλημένοι στο μικρό χωριό που απλωνόταν ήσυχα πλάι σ’ ένα ερειπωμένο γυναικείο μοναστήρι. Οι διώκτες τους με στρατιωτικά οχήματα που φώτιζαν την περιοχή με τους προβολείς ήταν μια ανάσα πίσω τους. Η καταδίωξη συνεχίστηκε μέσα στους έρημους και λασπωμένους δρόμους του χωριού, ώσπου, βρεγμένοι ως το κόκκαλο, βρέθηκαν μπροστά στο  δίπατο κονάκι του κοινοτάρχη. Τους άνοιξε ο ίδιος, ένας πανύψηλος λεβεντάνθρωπος με πυρόξανθα μαλλιά και μουστάκι. Χάρηκε πολύ που τους είδε και τους έβαλε γρήγορα μέσα. Το μεγάλο δωμάτιο φωτιζόταν άπλετα από ένα «λουξ» του πετρελαίου. Στη δεξιά γωνιά ήταν ένα τραπέζι/ γραφείο και στην αριστερή γωνιά ένα διπλό σιδερένιο κρεβάτι με σκλουβέρι. Δυο κοριτσάκια σκεπασμένα κοιμούνταν ανέμελα στη ζεστασιά που ανάδινε το αναμμένο τζάκι. Οι αντάρτες, επιτέλους, ανάσαναν. Το άδολο καταδεκτικό χαμόγελο του κοινοτάρχη έδιωξε την κούραση και τον φόβο κι αλάφρυνε την ψυχή τους…. Αίφνης όμως ακούστηκε σαν μουγκρητό άγριου θηρίου η μηχανή ενός στρατιωτικού λαντ-ρόβερ. Ο υπαρχηγός γύρισε προς τον κοινοτάρχη, «κύριε μουκτάρη, τα παιδιά με τη μάνα τους να φύγουν αμέσως», είπε επιτακτικά κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά. «Κανείς δε θα φύγει», απάντησε ήρεμα ο κοινοτάρχης.. «Δεν θα παραδοθούμε, θα δώσουμε μάχη μέχρι το τέλος», τόνισε αργά ο υπαρχηγός. Ο δίμετρος κοινοτάρχης χαμογέλασε, «αν είναι… θα πεθάνουμε όλοι μαζί… δεν έχουμε δικαίωμα να στερήσουμε από αυτά τα παιδιά την τιμή να γίνουν ήρωες», είπε. Ο υπαρχηγός τα ’χασε στην κυριολεξία και στάθηκε αμήχανος. Έμειναν όλοι ακίνητοι για μια στιγμή, σαν να σταμάτησε ο χρόνος. «Τικ…τοκ» ακούστηκε ο ήχος ρολογιού που σταματάει, κι αμέσως μετά δυνατά χτυπήματα στην πόρτα. «Γρήγορα, στο πίσω μέρος», είπε ψύχραιμα ο οικοδεσπότης κι οι αντάρτες κινήθηκαν χωρίς καθυστέρηση. Άμα έμεινε μόνος, πλησίασε αργά και άνοιξε την εξώπορτα, «κοπιάστε» είπε. 

 

Όταν το ρολόι και ο χρόνος.. σταμάτησαν

Μια ομάδα Άγγλοι στρατιώτες, με επικεφαλής τον λοχαγό τους, μπήκαν στο σπίτι με προτεταμένα τα όπλα και το δάκτυλο στη σκανδάλη.  Μαζί τους κι ένας Κύπριος εξωμότης. Ο κοινοτάρχης πήγε στο γραφείο του και έγνεψε με ευγένεια στον λοχαγό να καθίσει πρώτος εκείνος στην απέναντι καρέκλα. Ο λοχαγός τον αγνόησε και κοίταξε ερευνητικά το μεγάλο δωμάτιο. Κανείς δε μιλούσε κι η σιωπή έκανε τις καρδιές να σκιρτούν με αγωνία. Μόνο το εκκρεμές του τοίχου κτυπούσε ρυθμικά «τικ – τοκ, τικ – τοκ». Οι στιγμές ήταν κρίσιμες και τίποτε δεν προδίκαζε τι έμελλε να γίνει. Οι φρέσκες λασπωμένες πατημασιές μαρτυρούσαν από μόνες τους. Ήταν ολοφάνερο , οι αντάρτες βρίσκονταν μέσα στο σπίτι. Το βλέμμα του λοχαγού έβγαζε φωτιές. Μια ελληνική σημαία τυλιγμένη στον ιστό της ήταν ακουμπισμένη στη γωνιά. «Γιατί αυτή η σημαία;», ακούστηκε σαν κεραυνός η φωνή του. «Μα είμαστε Έλληνες», απάντησε ο κοινοτάρχης και κάθισε ήρεμα στην καρέκλα του ενώ ο εξωμότης μετάφραζε. Πίσω στον τοίχο, λίγο πάνω απ’ το κεφάλι του κοινοτάρχη, φάνηκε ένα κάδρο με τη φωτογραφία ενός παρασημοφορημένου πιλότου της R.A.F. Ο λοχαγός ταράχτηκε και στάθηκε ακίνητος με το βλέμμα στο κάδρο του τοίχου. Ατάραχος ο κοινοτάρχης γύρισε για μια στιγμή κοίταξε κι αυτός το κάδρο και στράφηκε στον λοχαγό. «Είναι ο αδελφός μου, τον χάσαμε πριν δεκαπέντε χρόνια στη Μάχη της Αγγλίας», είπε. «Τικ τακ» κτύπησε πιο δυνατά αυτή τη φορά το εκκρεμές και η ροή του χρόνου πάλι σταμάτησε. Ο λοχαγός κάθισε αμίλητος με απλανές βλέμμα και η παγερή σιωπή τύλιξε ξανά το δωμάτιο. Ήταν δωδεκάχρονο παιδί όταν οι νεαροί πιλότοι της RAF αναχαίτισαν τα βομβαρδιστικά των Ναζί και σώθηκε η πατρίδα του. Ήταν η πιο ένδοξη μάχη της Αγγλίας. Ο λοχαγός τινάχτηκε πάνω και στάθηκε προσοχή. Ύστερα, γύρισε προς την έξοδο. «Φεύγουμε», είπε δυνατά. Ο εξωμότης έκανε μια κίνηση δυσφορίας, αλλά ο αξιωματικός ήταν ανένδοτος. Από τον θόρυβο που έκαναν οι στρατιώτες κι οι μηχανές των αυτοκινήτων ο οικοδεσπότης κατάλαβε πως πήγαιναν στο γειτονικό μεγάλο χωριό. Φώναξε αμέσως τους αντάρτες και τους είπε πως όσο έμεναν στο σπίτι του δεν κινδύνευαν. Ο Υπαρχηγός όμως αποφάσισε ότι πρέπει να φύγουν αμέσως, διότι οι Άγγλοι γνώριζαν. Βγήκε τελευταίος και πριν χαθεί στο σκοτάδι χαμογέλασε, «πάμε ψηλά, κύριε μουκτάρη, στα πολύ ψηλά», είπε, χαιρέτησε στρατιωτικά και χάθηκε στο σκοτάδι. Ο κοινοτάρχης μπήκε μέσα σκεφτικός. Απ’ τις σκέψεις τον έβγαλε η φωνή της γυναίκας του. «Ηρόδοτε σταμάτησε το ρολόι»…

Σε λίγες μέρες ο κόσμος όλος απ’ άκρη σε άκρη της γης μάθαινε ότι ο  Γρηγόρης Αυξεντίου, Υπαρχηγός του αγώνα στην Κύπρο, έπεσε μαχόμενος στα βουνά του Μαχαιρά. Προηγουμένως, υποχρέωσε τους συντρόφους του να παραδοθούν. Ο ίδιος αρνήθηκε και φώναξε «Μολών λαβέ». Πέρασε στην Ιστορία ως «ο Σταυραετός του Μαχαιρά»… Ο καιρός άνοιξε, οι βροχές σταμάτησαν και μια απέραντη ομορφιά απλώθηκε στις βουνοπλαγιές. Η φύση ζούσε ένα συνεχή οργασμό από τα χαράματα ως το σούρουπο. Τα πρωινά τα πουλιά συναγωνίζονταν στο κελάηδημα και τα δειλινά άρχιζαν τις συναυλίες τους οι βάτραχοι. Τις μέρες που ήλιος ζέσταινε, ο κοινοτάρχης περπατούσε σκεφτικός στα χωράφια του χωριού. Γύριζε που και που το βλέμμα του ψηλά στον ουρανό και όταν έβλεπε σταυραετό να πετά χαμογελούσε νοσταλγικά… 

* Η Ιστορία έγραψε πως οι Άγγλοι ερεύνησαν το σπίτι και δεν βρήκαν τους αντάρτες.