Στις αρχές του 2022 άλλαξε το νομοθετικό πλαίσιο για τις προαγωγές στη δημόσια υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι ευκαιρία να επανεξεταστεί και η προσφυγή κατά διορισμού ή προαγωγής στη δημόσια υπηρεσία αλλά και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Πρόκειται για το εργαλείο με το οποίο ο υποψήφιος που θεωρεί ότι αδίκως δεν προσλήφθηκε ή δεν προάχθηκε, προσφεύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο και ζητεί την ακύρωση του διορισμού ή της προαγωγής του ανθυποψηφίου του.
Το εργαλείο αυτό αποτελεί μια από τις πολλές εφαρμογές ενός πολύ σημαντικού θεσμού που είναι ο δικαστικός έλεγχος της δημόσιας διοίκησης. Με αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον, εν προκειμένω του υποψηφίου που δεν διορίστηκε ή δεν προάχθηκε, ο διοικητικός δικαστής ελέγχει πώς ενέργησε η δημόσια διοίκηση, όπως το αν ακολούθησε τη διαδικασία που προβλέπεται ή αν η απόφαση λήφθηκε από το αρμόδιο όργανο. Αν εντοπίσει σφάλμα, ακυρώνει την απόφαση διορισμού ή προαγωγής και, όπως ορίζει το Σύνταγμα, η δημόσια διοίκηση υποχρεούται «εις ενεργόν συμμόρφωσιν» προς ό,τι αποφάσισε το δικαστήριο.
Το ότι ο θεσμός αυτός μπορεί να εφαρμοστεί και στην ειδική περίπτωση του διορισμού ή της προαγωγής, είναι κάτι που προβλέπεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνάδει επίσης με το τι συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, για τους υπαλλήλους των οργάνων και οργανισμών της Ένωσης. Θα μπορούσε όμως να είναι αλλιώς; Ας διερωτηθούμε για τα εξής:
Είναι αποτελεσματική η προσφυγή κατά διορισμού ή προαγωγής;
Το καλό σενάριο είναι να κριθεί η υπόθεση στη βάση ενός σημείου άμεσα συνδεδεμένου με τον διορισμό ή την προαγωγή, για παράδειγμα το αν έπρεπε να προσμετρηθεί κάποιο ακαδημαϊκό προσόν των υποψηφίων. Είτε ο δικαστής απορρίψει την προσφυγή, είτε τη δεχθεί και η δημόσια διοίκηση αναγκαστεί να επαναλάβει τη διαδικασία της πρόσληψης ή της προαγωγής με διορθωμένο το σφάλμα, είναι αρκετά πιθανόν όλοι οι εμπλεκόμενοι να κατανοήσουν και να αποδεχθούν το τελικό αποτέλεσμα.
Το προβληματικό σενάριο είναι να κριθεί η υπόθεση στη βάση ενός σημείου, σημαντικού μεν για τους νομικούς, «τυπικού» όμως στην αντίληψη των εμπλεκομένων. Για παράδειγμα, το αν από την Επιτροπή που αποφάσισε τον διορισμό ή την προαγωγή απουσίαζε ένα μέλος και αν το μέλος αυτό είχε όντως προσκληθεί. Ακόμα και αν ο δικαστής εντοπίσει σφάλμα και ακυρώσει την απόφαση διορισμού ή προαγωγής, η δημόσια διοίκηση θα επαναλάβει τη διαδικασία συγκαλώντας σωστά την Επιτροπή και μάλλον θα λάβει πανομοιότυπη απόφαση με εκείνη που ακυρώθηκε καθώς τα δεδομένα που είναι καθοριστικά για τον διορισμό ή την προαγωγή θα παραμένουν τα ίδια. Το αποτέλεσμα θα είναι ένα αίσθημα αδικίας για τον εκ νέου αποτυχόντα υποψήφιο και αχρείαστης ταλαιπωρίας για όλους τους υπολοίπους.
Υπάρχει ακόμα ένα στοιχείο που κρίνει την αποτελεσματικότητα της προσφυγής: η διάρκειά της. Έχουν δυστυχώς υπάρξει περιπτώσεις όπου χρειάστηκε δεκαετία για να ξεκαθαρίσει η τύχη κάποιων προαγωγών, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας στο μεσοδιάστημα. Δεν αποκλείεται μάλιστα το τέλος της δικαστικής διαμάχης να συμπέσει με την αφυπηρέτηση των εμπλεκομένων ή και να έπεται αυτής!
Είναι αναγκαίος ο έλεγχος διορισμών και προαγωγών;
Η διαδικασία με την οποία θα στελεχωθεί μια θέση εργασίας οφείλει να διασφαλίσει τα εξής: Να δοθούν ίσες ευκαιρίες και να επιλεγεί άτομο κατάλληλο για τη θέση. Το εργαλείο της προσφυγής συμβάλλει στην επίτευξη αυτών των στόχων με το να αποτρέπει ή να καταστέλλει την αυθαιρεσία στη λήψη απόφασης για διορισμό ή προαγωγή. Οι στόχοι αυτοί είναι σημαντικοί και για τον ιδιωτικό τομέα. Μάλιστα, όσο πιο μεγάλος είναι ένας ιδιωτικός οργανισμός ώστε από τη λειτουργία του να εξαρτάται μεγάλος αριθμός υπαλλήλων, πελατών, προμηθευτών, επενδυτών, τόσο πιο σημαντική για το κοινωνικό σύνολο είναι η σωστή διακυβέρνησή του και τόσο πιο μεγάλος ο αρνητικός αντίκτυπος από μια αυθαίρετη απόφαση στελέχωσης. Ωστόσο, το εργαλείο της προσφυγής δεν είναι διαθέσιμο για τον ιδιωτικό τομέα, ενώ το εργαλείο της αγωγής έχει μάλλον περιορισμένη χρησιμότητα για κάποιον που θεωρεί ότι κακώς δεν επιλέγηκε για διορισμό ή προαγωγή στον ιδιωτικό τομέα.
Eίναι καιρός για μεταρρύθμιση;
Ο Κώδικας Βιομηχανικών Σχέσεων, ο οποίος μετρά ήδη δεκαετίες επιτυχούς εφαρμογής από τους κοινωνικούς εταίρους, προβλέπει και διαδικασία για την επίλυση διαφοράς δικαιωμάτων, περιλαμβανομένων προσωπικών παραπόνων. Προνοείται μεσολάβηση του Υπουργείου Εργασίας και, σε περίπτωση μη επίλυσης, η παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης για έναν αποτελεσματικό και ομοιόμορφο μηχανισμό ελέγχου των αποφάσεων στελέχωσης, τόσο στον δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα. Παράλληλα προς τον μηχανισμό αυτόν που θα κινεί ο παραπονούμενος, πρέπει να συνεχίσει ο έλεγχος των διορισμών και προαγωγών στη δημόσια υπηρεσία από τον διοικητικό δικαστή, με τη μορφή όμως ενός αμιγώς ελεγκτικού εργαλείου που δεν θα επαφίεται στην πρωτοβουλία του αποτυχόντα υποψηφίου. Όταν ο Γενικός Ελεγκτής ή η Υπηρεσία και οι Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου της κρατικής μηχανής εντοπίζουν αυθαιρεσίες σε διορισμούς ή προαγωγές, να μπορούν να προσφύγουν στο Διοικητικό Δικαστήριο και να ζητήσουν την ακύρωσή τους.
Νομικός Σύμβουλος