Η επιχειρούμενη μεταρρύθμιση της Δημόσιας Υπηρεσίας, υπό τα οικεία νομοσχέδια, παρουσιάζεται να διέπεται βαρυνόμενη και μολυσμένη από πρόνοιες που διαμορφώνουν απορρύθμιση και όχι βελτίωσή της, καθώς πρόνοιές της δεν τυγχάνουν ορθολογιστικές και προάγουσες την ευρυθμία της δημόσιας υπηρεσίας.
Επί παραδείγματι για σκοπούς προαγωγής λαμβάνονται υπόψη οι Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις μόνο των τελευταίων τριών ετών, συρρικνωτική ρύθμιση, η οποία, υπό τις ανάλογες συνθήκες, προσκρούει στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, καθώς κατατέμνει και αντικατοπτρίζει ατελώς, ασύμβατα, ασύμμετρα και απρόσφορα τη βαθμολογημένη αξία του υπαλλήλου, ως ουσιωδέστατου κριτηρίου επιλογής, αξίας και δυναμικής, στα πλαίσια του δεδηλωμένου σκοπού του, με αποτέλεσμα να φαλκιδεύεται η αντιπροσωπευτική αντικειμενικότητά του, δεδομένου ότι σύμφωνα με παγιωμένη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λαμβάνεται υπόψη ολόκληρη η σταδιοδρομία των υποψηφίων, με έμφαση στα τελευταία πέντε χρόνια.
Περαιτέρω, ενδεικτικά, ζήτημα τίθεται ως προς το ευρύτατο φάσμα μοναδοποίησης κριτηρίων, τα οποία, όμως, πέρα από το ότι κάποια μοναδοποιούνται εκ νέου, άπτονται στοιχείων που εγγενώς υπόκεινται και επαφίενται σε αξιολογική κρίση, χρήζοντα αιτιολογημένης απόφανσης, με τη βαθμολογική τους, άνευ ετέρου, κλιμακωτή αποτίμηση, να είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης νομιμότητας, όταν ελλείπει -κατά πλήρες κενό- το ακρογωνιαίο στοιχείο της παροχής αιτιολογίας, στα πλαίσια του Κράτους Δικαίου, ισότητας, αξιοκρατίας διαφάνειας και της αποφυγής αυθαιρεσίας, για σκοπούς κρίσης και σύγκρισης.
Πώς, π.χ., είναι δυνατό να αποτιμηθεί και να αναχθεί εξατομικευμένα σύμμετρα βαθμολογικά και με μαθηματικό συντελεστή ο βαθμός σχετικότητας και συνάφειας ενός πρόσθετου προσόντος, όταν μάλιστα, ως προς αυτά, λαμβάνονται υπόψη -εκτός από τους επαγγελματικούς τίτλους και την ξένη γλώσσα- μόνο ακαδημαϊκά προσόντα, ενώ, σύμφωνα με αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιπρόσθετα προσόντα μπορούν να είναι και μη ακαδημαϊκά;
Πώς η σύσταση αποτιμάται σφαλερά βαθμολογικά, στα πλαίσια της αναγκαιότητας παροχής αιτιολογίας, όταν έχει διακηρυχθεί από τη νομολογία ότι η αναγκαιότητα αιτιολογίας της σύστασης Προϊσταμένου Τμήματος ή Διευθυντή συνιστά νομοθετική απαίτηση, ως ρητά διαλαμβάνεται στο Άρθρο 35(4) του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου 1/1990, προς ενίσχυση της αξιοκρατικής επιλογής, όπως και ότι η απλή αναφορά των τριών νομοθετημένων κριτηρίων δεν ικανοποιεί την απαίτηση του νομοθέτη για αιτιολογημένες συστάσεις;
Η σύσταση, δε, αυτή θα αφορά μόνο τις αξιολογήσεις των τελευταίων τριών ετών, που λαμβάνονται υπόψη, στα πλαίσια της αποτίμησης της βαθμολογημένης αξίας, διαγράφοντας και παραγνωρίζοντας τα προηγούμενα χρόνια ή θα άπτεται, όπως λελογισμένα επιβάλλεται, και των προηγούμενων, ερχόμενη, όμως, σε σύγκρουση με το ότι προσμετρούν μόνο αυτές των τελευταίων τριών ετών;
*Δικηγόρος