Οι ελπίδες και οι προσμονές της κοινωνίας αυξάνονται και γίνονται πιο απαιτητικές, σύμφωνα και με την ένταση που καλλιεργούνται οι προσδοκίες, ενώ ανάλογα έντονη είναι συνήθως και η απογοήτευση όταν το αποτέλεσμα δεν ανταποκρίνεται σε αυτές.
Ένα πολύ καλό παράδειγμα που αντικατοπτρίζει αυτή την πραγματικότητα, αποτελεί το πολυδιαφημισμένο αλλά και πολυσυζητημένο με πολλή εκ του αποτελέσματος προκατάληψη VAR. Χωρίς καμία πρόθεση για ποδοσφαιροποίηση των θεμάτων που θα αναδειχθούν σε αυτή την αρθρογραφική προσέγγιση, η δυνατότητα επιλεκτικής και κατά το δοκούν αξιοποίηση του συστήματος που υιοθετήθηκε για να αίρει τις όποιες αδικίες στο ποδόσφαιρο, αποτρέποντας ή και διορθώνοντας τις λανθασμένες διαιτητικές αποφάσεις, έχει θέσει υπό αμφισβήτηση το όλο σύστημα, όπως βέβαια και όσους το διαχειρίζονται ή και λαμβάνουν αποφάσεις σε σχέση με την αναπροσαρμογή του.
Αν προσπαθήσουμε να παραλληλίσουμε αυτές τις VARεμένες προσεγγίσεις και τις ανάλογα VARιές ευθύνες με την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε τις αντίστοιχες προεκτάσεις.
Αναντίλεκτα, μία από τις βασικές προτεραιότητες αποτελεί η οικονομική ανάπτυξη, μέσα από την οποία θα μπορέσουν να δημιουργηθούν καλύτερες συνθήκες σε όλο το φάσμα της κοινωνικοοικονομικής δραστηριότητας.
Η άκρατη όμως νεοφιλελεύθερη αντίληψη, θεωρεί πως η ανάπτυξη μπορεί να είναι μονοδιάστατη και ισοπεδωτική, παραγράφοντας τον ανθρώπινο παράγοντα που αποτελεί μία από τις πιο βασικές συνιστώσες που συνθέτουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της επιχειρηματικότητας. Παράλληλα, η εργατική ειρήνη, η κοινωνική ισορροπία, η αξιοποίηση του κοινωνικού διαλόγου και η συλλογική διαπραγμάτευση, προϋποθέτουν την ισχυρή ύπαρξη του συνδικαλιστικού κινήματος.
Ως απάντηση σε όσους θεωρούν τον συνδικαλισμό σαν «μίασμα» ή σαν «αναχρονιστική έννοια» και στοιχείο επιβράδυνσης της ανάπτυξης, παραπέμπονται στο πρόσφατο παρελθόν και στον ρόλο που διαδραμάτισε το συνδικαλιστικό κίνημα στη διαχείριση των οικονομικών συνεπειών της Τουρκικής εισβολής, στη συμβολή του στην επίτευξη του «οικονομικού θαύματος» τη δεκαετία του 80, ομοίως και κατά την οικονομική κρίση του 2008-13 και των οικονομικών προεκτάσεων της πανδημίας.
Παράλληλα, το ΓεΣΥ, για παράδειγμα, έχει περάσει μέσα από τις μύριες τόσες συμπληγάδες, μέχρι τελικά να ψηφιστεί και εφαρμοστεί. Οι κατά προσέγγιση τοποθετήσεις και οι διερευνητικές προσεγγίσεις, διαιωνίζουν την προκατάληψη και αφήνουν περιθώρια για ευσεβοποθισμούς κενών περιεχομένου και υιοθέτησης. Ως εκ τούτου, ομοίως με το VAR, δεν μπορεί να αφήνονται γκρίζες ζώνες που να προσεγγίζονται κατά το δοκούν. Σαφείς και ξεκάθαροι προσανατολισμοί και προσεγγίσεις, όπως το «τελεία και παύλα» που η αυθεντικότητά του θα πρέπει να τερματίσει την όποια παραφιλολογία και διγλωσσία.
Ανάλογα αποεπιVARιντική θα πρέπει να είναι και η διαδικασία που αφορά στη θέσπιση εθνικού κατώτατου μισθού, μακριά από μονοδιάστατες και συμφεροντολογικά διακείμενες τοποθετήσεις. Η κοινή διαπίστωση, της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πως, ο κατώτατος μισθός λειτουργεί υποστηρικτικά για τους εργαζόμενους, για τις επιχειρήσεις με την αύξηση της παραγωγικότητας, ενώ ταυτόχρονα συνδράμει καταλυτικά στην ανάπτυξη της οικονομίας, θα πρέπει να αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς για όλους τους κοινωνικούς εταίρους.
Ανάλογη, θα έπρεπε να ήταν και η πολιτική προσέγγιση, πριν από μερικούς μήνες, σε ότι αφορά την ενιαία υπηρεσία επιθεωρήσεων, με στόχο την καλύτερη ρύθμιση της αγοράς εργασίας και την πάταξη φαινομένων που διασυνδέονται με την αδήλωτη και υποδηλωμένη εργασία.
Ακριβώς μέσα από τον ίδιο διαφανή και κοινωνικά αλληλέγγυο τρόπο, θα πρέπει να εφαρμοστεί το πολυνομοσχέδιο για την προστασία των καταναλωτών, το οποίο έχει πρόσφατα ψηφιστεί από τη Βουλή, μακριά από την όποια πρόθεση ή προσπάθεια υποβάθμισης του επιπέδου εφαρμογής του.
Ομοίως κοινωνικά δίκαιη θα πρέπει να είναι και η διαχείριση της ακρίβειας, λαμβάνοντας υπόψη τα προβλήματα που βιώνει η κοινωνία και ιδιαίτερα οι ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, όπως επίσης και τις εισηγήσεις που έχουν τεθεί ενώπιων των αρμόδιων Υπουργών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της ΣΕΚ.
Σύμφωνα με την Αριστοτέλεια θεώρηση, «το αληθινό και το δίκαιο έχουνε από τη φύση μεγαλύτερη δύναμη από το ψέμα και το άδικο». Η εδραίωση του κράτους δικαίου, η μείωση των ανισοτήτων και η αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου με κοινωνικά δίκαιο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας και με γνώμονα τη διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας και ευρωστίας, μας αφορά όλες και όλους, αποτρέποντας τις όποιες VARεμένες προσεγγίσεις και κατανοώντας αλλά και αναλαμβάνοντας τις VARιές ευθύνες με τις πολυδιάστατες προεκτάσεις, σε όλο το φάσμα του κοινωνικοοικονομικού οικοδομήματος, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των εργαζομένων ως βασική παράμετρος συμβολής στην ανάπτυξη.
*Γενικός Γραμματέας ΣΕΚ