Μέσα σ’ όλα τα προβλήματα που μας ταλανίζουν, προβάλλει με γεωμετρική πρόοδο και το μεταναστευτικό πρόβλημα. Όχι μόνο λόγω της παράνομης εισόδου στην χώρα μας γνήσιων αιτητών πολιτικού ασύλου, αλλά και λόγω της εισόδου οικονομικών μεταναστών και ιδίως μεταναστών ύποπτης προέλευσης, προωθούμενων από ύποπτους διακινητές, κυρίως Τούρκους.
Αυτοί οι τελευταίοι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι. Θα μου πείτε: «Πώς θα τους ξεχωρίζουμε από τους υπόλοιπους;» Εμείς να τους ξεχωρίζουμε; Μα, αυτή είναι δουλειά για τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, όχι για εμάς τους απλούς πολίτες. Τόσο καιρό που ασχολούνται μ’ αυτό το πρόβλημα, θα έπρεπε να έχουν βρει την μέθοδο να τους ξεχωρίζουν και να τους απελαύνουν με συνοπτικές διαδικασίες. Όχι ν’ ακούμε κάθε λίγο και λιγάκι στις Ειδήσεις ότι έχουν αφιχθεί 10, 20 ή 40 «μετανάστες», άλλοι με πλοιάρια κι’ άλλοι τόσοι από τα κατεχόμενα. Λίγο έλειψε ν’ αρχίσουν να μας έρχονται και αλεξιπτωτιστές!
Πάντως, μέχρι στιγμής, δεν μας λένε στις Ειδήσεις πόσοι από αυτούς είναι γνήσιοι αιτητές πολιτικού ασύλου και πόσοι δεν είναι, ούτε πόσοι από τους τελευταίους απελαύνονται, σαν να μην μας ενδιαφέρει πόση λαογραφική διάβρωση θα υποστεί ο κοινωνικός ιστός του λαού μας απ’ όλη αυτή την σταδιακή «εισβολή» ατόμων με όχι και τόσο ειρηνικές προθέσεις, πράγμα το οποίο δεν φαίνεται στα αρχικά στάδια, αλλά που ξαφνικά πολύ φοβούμαι πως θα σκάσει σαν βόμβα που θα μας πάρει και θα μας σηκώσει.
Δεν κινδυνολογώ και οπωσδήποτε δεν είμαι ρατσίστρια. Συμπαθώ τους ανθρώπους που κινδυνεύουν ή δυστυχούν στις χώρες τους και έρχονται σ’ εμάς ως πολιτικοί ή οικονομικοί μετανάστες. Από την άλλη, όμως, αγαπώ και τον τόπο μου και τους συμπατριώτες μου, με τον μόχθο των οποίων συλλέγονται οι φόροι που γεμίζουν τα ταμεία του Κράτους, από τα οποία συντηρούνται όλοι οι μετανάστες, τόσο εκείνοι που έχουν πραγματική ανάγκη, όσο και οι άλλοι που μας τους στέλνουν πεσκέσι οι Τούρκοι. Όσο πάνε και πληθαίνουν, ούτε τουρίστες να ήταν.
Αν έχετε καταλάβει, θέτω ένα θέμα αντοχής. Μέχρι ποιού σημείου αντέχει η δημόσια οικονομία και η συνοχή της κοινωνίας σε ένα Κράτος, ταλαιπωρημένο μάλιστα όπως το δικό μας από την τουρκική εισβολή και κατοχή, από διαδοχικές οικονομικές κρίσεις, από πυρκαγιές και από την πανδημία του Covid-19, καθώς και της μετάλλαξης Δέλτα; Μέχρι πότε θ’ αντέξει η μικρή μισή Κύπρος στην εισβολή σ’ αυτήν ανθρώπων με αλλότριες συνήθειες και αλλότριες νοοτροπίες, οι οποίοι μάλιστα εξαρτώνται οικονομικώς, αποκλειστικά από τον ταλαιπωρημένο λαό μας, χωρίς οι ίδιοι να προσφέρουν τίποτε στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν μας (ΑΕΠ); Είναι θέμα χρόνου και αντοχής πότε και πώς θ’ αντιδράσει ο κόσμος μας όταν κινδυνεύει η οικονομία του τόπου μας και η συνοχή της κοινωνίας μας.
Δεν πρόκειται για ξενοφοβία ή για ρατσισμό (φυλετική διάκριση). Πρόκειται για την φυσική και νόμιμη αντίδραση της κοινωνίας ως ζωντανού οργανισμού που έχει όρια (δέστε: Αθηνάς Κακούρη «Πασαδόροι και Βαστάζοι», Εκδόσεις Καστανιώτη Α.Ε., Αθήνα 2001, σελ 185-186).
Καλούνται οι αρμόδιοι να αναλύσουν και να λύσουν το πρόβλημα με νόμιμο τρόπο και πρακτικές και συνοπτικές διαδικασίες το συντομότερο δυνατό, προτού αυτό μεγαλώσει κι’ άλλο και μας πνίξει. Εγώ δεν είμαι αρμόδια. Είμαι μια απλή πολίτης που κρούει καλώς ή κακώς τον κώδωνα του κινδύνου.