Πολύ περισσότερο από κάθε προηγούμενη χρονιά, η φετινή παρέλαση της Πρωτομαγιάς στην Αβάνα προοριζόταν να γίνει μια επίδειξη αποφασιστικότητας «του λαού» να διατηρήσει ζωντανή, ακόμα και με τη δική του θυσία, «την επανάσταση», σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα βιώνει τις συνέπειες του σκληρότερου αμερικανικού εμπάργκο εδώ και δεκαετίες.
Τα εισαγωγικά δεν είναι τυχαία. Η «επανάσταση» δεν αναφέρεται σε κάποια πραγματική επανάσταση, αλλά σε ένα καθεστώς το οποίο είχε φέρει τη χώρα σε αξιοθρήνητο σημείο δεκαετίες πριν από τη σύλληψη του Μαδούρο στο Καράκας, τη διακοπή της ροής πετρελαίου προς το κατά τα άλλα πανέμορφο νησί της Καραϊβικής και το εμπάργκο του Τραμπ.

Η «επανάσταση» ήθελε να δείξει πως ο «λαός» τη στηρίζει και, για να στηρίξει και εκείνη το επιχείρημα, διοργάνωσε μια συλλογή υπογραφών από τους πολίτες — όσους έμειναν δηλαδή, καθώς υπολογίζεται ότι έως και το ένα τέταρτο των Κουβανών έχει εγκαταλείψει τη χώρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
Και είναι, βέβαια, οι νέοι, οι μορφωμένοι και όσοι μπορούν να αναζητήσουν μια τύχη αλλού. Μαζί με το brain drain, η τουριστική βιομηχανία, η οποία ούτως ή άλλως καταρρέει ειδικά τα δύο τελευταία χρόνια, δεν έχει προσωπικό που να μπορεί να εξυπηρετήσει τον τουρισμό.
Και το προσωπικό δεν είναι καν το μεγαλύτερο πρόβλημα. Επί Μαδούρο, η Βενεζουέλα προμήθευε την Κούβα με πετρέλαιο έναντι αποστολών γιατρών από το νησί — τη βιτρίνα της κουβανικής «επιτυχίας» — αλλά και με στρατό για την προστασία του καθεστώτος. Αυτό τελείωσε, μαζί και οι προμήθειες από το Μεξικό, το οποίο επίσης έδινε στην Κούβα πετρέλαιο σε πολύ χαμηλή τιμή.
Χωρίς πετρέλαιο, δεν υπάρχει ηλεκτρισμός. Στην καλύτερη περίπτωση υπάρχει για δύο ώρες την ημέρα. Χωρίς ηλεκτρισμό δεν υπάρχει κλιματισμός. Χωρίς κλιματισμό και ψύξη, η ζέστη της Καραϊβικής είναι αφόρητη και, το χειρότερο, τα τρόφιμα καταστρέφονται πολύ εύκολα.
Πέρα από κάτι εθελοτυφλούντες δυτικούς νοσταλγούς των κομμουνιστικών δικτατοριών, οι οποίοι πηγαίνουν εκεί και κάνουν πως δεν βλέπουν την τραγική κατάσταση του κόσμου στον «παράδεισο», και πέρα από κλινικά πάσχοντες στο μυαλό, οι οποίοι είναι έτοιμοι να πληρώσουν λεφτά — πολλά λεφτά μάλιστα — για να λιώνουν χωρίς κλιματισμό στα ξενοδοχεία και, πιθανότατα, να επιστρέψουν στις χώρες τους με μια… επαναστατική γαστρεντερίτιδα, κανείς άλλος δεν πάει πια εκεί.
Η Κούβα είχε, βεβαίως, την ευκαιρία να αλλάξει. Επί Ομπάμα, οι ΗΠΑ προσέγγισαν το καθεστώς. Ο ίδιος ο Ομπάμα είχε επισκεφθεί το νησί, προσφέροντας μια σπάνια ευκαιρία για αλλαγές, εκδημοκρατισμό, αποκατάσταση ελευθεριών, εισαγωγή οικονομικών μεταρρυθμίσεων και άλλα πολλά.

Ο κύριος λόγος, βέβαια, ήταν η αποφυγή της κρίσης του 1994, όταν περίπου 35.000 Κουβανοί αυτομόλησαν με βάρκες απέναντι, στη Φλόριδα. Η συμφωνία Ουάσινγκτον – Αβάνας του 1994 επιτρέπει σε 20.000 Κουβανούς να φεύγουν για τις ΗΠΑ κάθε χρόνο, και η ανατροπή αυτού του αριθμού είναι κάτι που σίγουρα δεν θα ήθελαν οι ΗΠΑ.
Η Κούβα έχασε όμως την ευκαιρία που της είχαν δώσει τότε οι Αμερικανοί, καθώς το καθεστώς ούτε δεχόταν ούτε και σήμερα δέχεται αλλαγές εγκατάλειψης της μαρξιστικής χρεοκοπίας. Συν τοις άλλοις, η ελίτ του καθεστώτος και του στρατού, η οποία ζει σε μια εντελώς διαφορετική χώρα, με προνόμια που σοκάρουν σε μια πάμφτωχη κοινωνία, δεν ήθελε ούτε και θέλει να χάσει τον έλεγχο και τα προνόμιά της.
Αυτός ήταν και ο λόγος που ακόμα και η Κίνα, μια χώρα η οποία κράτησε την κομμουνιστική δικτατορία αλλά εφάρμοσε ένα υβριδικό καπιταλιστικό μοντέλο στην οικονομία, γύρισε την πλάτη της στο καθεστώς της Αβάνας, θεωρώντας ότι ήταν ανίκανο να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις.
Πίσω στη φετινή Πρωτομαγιά, οι πλείστοι Κουβανοί, υπό την απειλή μη καταβολής του μισθού τους — του μοναδικού πράγματος που τους κρατά, κάπως, μακριά πια από τον λιμό — υπέγραψαν την «αυθόρμητη» στήριξη στο καθεστώς. Υπήρχαν, όμως, κι άλλοι, ειδικά ηλικιωμένοι, οι οποίοι, μη έχοντας κάτι να χάσουν, αρνήθηκαν να το πράξουν.
Οι διαδηλώσεις πεινασμένων και εξαθλιωμένων πολιτών έχουν γίνει σύνηθες φαινόμενο, ειδικά τις νύχτες, και παρά τις συλλήψεις ο κόσμος εξαγριώνεται κάθε μέρα που περνά.
Η παρέλαση της Πρωτομαγιάς, στην οποία κατά το καθεστώς συνέρρευσαν «εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες», έκανε περισσότερη ζημιά παρά καλό στην ηγεσία της Αβάνας και στην ελίτ του καθεστώτος, αφού οι φωτογραφίες πρόδωσαν τους πραγματικούς αριθμούς.
Το καθεστώς βρίσκεται ήδη σε παρασκηνιακό διάλογο με την Ουάσινγκτον και, παρότι δεν αναμένεται κάποια μαζική εξέγερση — με το ενδεχόμενο αυτό να έχει πληγεί και από την έξοδο των νέων —, είναι ξεκάθαρο πως το τέλος του καθεστώτος, ενός καθεστώτος που επιβίωνε χάρη στη βοήθεια από την πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ, βρίσκεται πολύ κοντά.
Όπως και με τον Μαδούρο, τον οποίο κανείς δεν θυμάται πια, έτσι και με τους αντίστοιχους Κουβανούς, οι δυτικοί σύντροφοι, οι οποίοι καθόλου δεν ενοχλήθηκαν ποτέ από τη δυστυχία των Κουβανών ή των Βενεζουελανών ή όλων των άλλων θυμάτων των «ιδεολογιών» υπό τις οποίες εκείνοι δεν χρειάστηκε να ζήσουν, θα χύσουν μαύρο δάκρυ, φωνάζοντας αναθέματα στους Αμερικανούς.
Όπως με τον Μαδούρο αλλά και με τους αντίστοιχους Κουβανούς, οι απλοί άνθρωποι θα μπορέσουν, όταν έρθει η ώρα απαλλαγής από αυτή την παράνοια, να ελπίζουν τουλάχιστον σε κάτι καλύτερο.
Προς το παρόν, η Κούβα δεν είναι ακόμα εκεί. Ίσως όμως βρεθεί πολύ σύντομα.