Σε μια επίσκεψη μου στο σπίτι εκείνου του χωριού, τον βρήκα να κάθεται στην πάνω πάνω θέση του τραπεζιού, αυτήν που συνήθως κάθεται ένας σπιτονοικοκύρης ή μια σπιτονοικοκυρά, σ’ αυτήν την θέση που δε χωράει δίπλα άλλη καρέκλα, σ’ αυτήν τελοσπάντων που κάθεται αυτός που, ας πούμε, πρωταγωνιστεί. Πρόσχαρος και ευγενικός ξεκίνησε κουβέντα. “Γράφω και ποιήματα”, μου λέει, “αν θες να ξέρεις” και πάει κατευθείαν να φέρει τις συλλογές ποιημάτων του από τη βιβλιοθήκη για να μου αποδείξει του λόγου το αληθές. Καλοντυμένες και έτοιμες για απαγγελία. “Αυτό είναι το ποίημα για την αγάπη”, μου λέει. ‘’Το έγραψα για τη γυναίκα μου’’. Έχει τίτλο “Η Αγαπώ”. Ο κ. Αντρέας έκανε το ρήμα όνομα και το ‘δωσε στη γυναίκα που αγαπά. Την βάφτισε “Η Αγαπώ”. “Δεν τέλειωσα το σχολείο”, μου λέει, “έχω ορθογραφικά άλλα δε με εμπόδισε αυτό”.

Ποιο από τα σημεία στίξης τολμά να παραπονεθεί με τέτοια δόση αγάπης που τους έλαχε; Η πιο χρυσή χρήση γραμμάτων βρίσκεται στα ορθογραφικά. Όταν μιλά η ψυχή, τα γράμματα επαναπροσδιορίζονται, αναθεωρούν τη θέση τους και γίνονται ακόλουθοι και υπηρέτες της πένας. Φτωχό αλφάβητο, πόσο τυχερό είσαι όταν συναντιέσαι με ανθρώπους σαν αυτούς.

Ο κ. Αντρέας Μουσκάλλης κατάγεται από την Απαισιά. Δούλευε εργολάβος σε οικοδομές και μετά το 1974, στο λιμάνι. Στα διαλείμματα των λιμενεργατών, αυτός κλειδωνόταν μες το αυτοκίνητο και έγραφε ποιήματα, μυθιστορήματα, ιστορίες, κυπριακές παροιμίες. Με όσους συνδυασμούς αλφαβήτου μπορεί να μάθει ένα παιδί που δεν τελείωσε το σχολείο. Με αυτούς έγραφε για την αγάπη, την φύση, τα ζώα, τον Θεό. Διαβάζω το ποίημα και τον κοιτάζω. “Αυτά τα εννοείς μέχρι σήμερα;”, τον ρωτώ. “Λέξη προς λέξη”, μου λέει και πάει να φέρει κι άλλα. “Αυτό, μου λέει, ‘’μιλά για την Κύπρο’’. ‘’Όχι, του λέω, “δε θέλω να διαβάσω για διχοτομημένα σώματα. Θέλω τα ενωμένα. Αυτά από το ποίημα της Αγαπώ. Αυτά που εννοείς ακόμα, τα αναλλοίωτα, τα αληθινά’’. Μου γνέφει καταφατικά και χαμογελά. Μπροστά στο μεγαλείο των ποιημάτων του κ. Αντρέα Μουσκάλλη, νιώθω πιο ανορθόγραφη από ποτέ!

Απόσπασμα από το ποίημα “Η Αγαπώ”:

Όταν γεννιέτου η Αγαπώ

επήραν και εβάλαν

η μέλισσα το μέλι της

το πρόβατο το γάλα

κι η Αφροδίτη η Θεά

κάλλη και νοστιμάδα

Κι όποιος κοιτάξει να τη δει

μηνίσκει λαβωμένος

και πιάνεται στα δίχτυα

για πάντα σκλαβωμένος

 

*Γλωσσολόγος – ηθοποιός