Οι ραγδαίες εξελίξεις σε όλους τους τομείς της ζωής μας επιβάλλουν τη συστηματική επιμόρφωση των εργαζομένων σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Μελετώντας τα όσα συμβαίνουν στον χώρο της εκπαίδευσης σε σχέση με το θέμα αυτό, δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα. Ερωτήματα που αφορούν στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση της επιμόρφωσης ή της επαγγελματικής μάθησης όπως αλλιώς ονομάζεται η διαδικασία επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών σε μια προσπάθεια να γίνει αναφορά σε κάτι πιο ουσιαστικό διαφορετικό, εύηχο ή ακόμα και πιασάρικο.
Σήμερα, στην εποχή της πανδημίας, η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, φαίνεται ακόμη πιο επιτακτική καθώς είναι πιο εξόφθαλμα τα κενά και οι αδυναμίες που υπάρχουν. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της επιμόρφωσης για απόκτηση δεξιοτήτων αξιοποίησης της τεχνολογίας για παιδαγωγική εφαρμογή της τηλεκπαίδευσης, η οποία έγινε υπό μορφή «πρώτων βοηθειών», λόγω έλλειψης ουσιαστικού και μακροπρόθεσμου προγραμματισμού και εφαρμογής επιμορφωτικών προγραμμάτων. Η επιμόρφωση στην τεχνολογία αποτελεί απλά ένα τρανταχτό παράδειγμα ανάγκης επιμόρφωσης, ενώ παράλληλα υπάρχουν ανάγκες για επιμόρφωση και σε άλλα εξίσου καίρια θέματα, όπως για παράδειγμα η αποτελεσματική διδασκαλία, μέσω καινοτόμων διαφοροποιημένων, βιωματικών διδακτικών τεχνικών, που στηρίζουν την ανάπτυξη και καλλιέργεια δεξιοτήτων και στάσεων για τη σύγχρονη ζωή. Το βασικό ερώτημα που προκύπτει αφορά στις ευκαιρίες επιμόρφωσης που προσφέρει το ΥΠΠΑΝ στους εκπαιδευτικούς και κατά πόσο αυτές ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καιρών και υποστηρίζουν όντως την επαγγελματική μάθηση και ανάπτυξη, η οποία επιδρά και διαμορφώνει καταλυτικά την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης;
Οι εκπαιδευτικοί, με πολυετή προϋπηρεσία και εμπειρία, με πολλά ακαδημαϊκά προσόντα (μάστερ και διδακτορικά), χρησιμοποιούν πολλές φορές παγιωμένες παραδοσιακές διδακτικές πρακτικές γιατί στερούνται της ουσιαστικής επιμόρφωσης και στήριξης για εφαρμογή σύγχρονων διαδραστικών διδακτικών τεχνικών. Μεγάλη μερίδα εκπαιδευτικών έχει κατακτήσει τις γνώσεις για τις νέες τάσεις στη διδασκαλία και την εκπαίδευση μέσα από τη βιβλιογραφία και άλλοι τις έχουν αποκτήσει μέσα από εθελοντική συμμετοχή τους σε σεμινάρια, οι γνώσεις αυτές όμως μένουν στα συρτάρια καθώς υπάρχει έλλειψη στήριξης για πρακτική εφαρμογή τους. Πώς, αλήθεια, περιμένουμε όλους τους εκπαιδευτικούς μας να εφαρμόσουν νέες, καινοτόμες διδακτικές τεχνικές που ενεργοποιούν τον μαθητή; Τεχνικές όπως τη διαφοροποίηση της διδασκαλίας που όλοι ξέρουν να την ορίσουν, αλλά ελάχιστοι είναι αυτοί που πραγματικά γνωρίζουν πώς να την εφαρμόζουν;
Φυσικά, κάποιος πιθανότατα μπορεί να ισχυριστεί ότι οι εκπαιδευτικοί έχουν 2 μέρες, τις «Ημέρες του εκπαιδευτικού» για να «επιμορφωθούν» και να «αναπτυχθούν». Δυστυχώς, στο ίδιο έργο θεατές, οι εκπαιδευτικοί μαζεύονται αυτές τις μέρες και συνωστίζονται σε μεγάλα ακροατήρια, παρακολουθώντας ένα σεμινάριο χωρίς ουσιαστική εμπλοκή ή συνέχεια. Πολλές φορές δε, παρακολουθούν σεμινάρια άσχετα με τις ανάγκες ή τα ενδιαφέροντα τους, καθώς αυτό είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν στη διαδικτυακή πλατφόρμα δηλώσεων λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητας θέσεων. Αν μελετήσει κάποιος τον κατάλογο των θεμάτων μπορεί εύκολα να υποψιαστεί ότι οι τίτλοι καθορίστηκαν με βάση τις γνώσεις και τα ενδιαφέροντα των διδασκόντων και όχι τις πραγματικές ανάγκες των επιμορφωμένων εκπαιδευτικών. Έτσι, παρακολουθούν ένα σεμινάριο με άγνοια του περιεχομένου και με τον εκπαιδευτή να έχει προετοιμαστεί για ένα κοινό που δεν γνωρίζει. Δάσκαλε που δίδασκες… Η διδασκαλία πρέπει να είναι εστιασμένη, ο εκπαιδευτής πρέπει να γνωρίζει το προφίλ των εκπαιδευομένων, ώστε να διαμορφώνει και να προσαρμόζει τη διδασκαλία του ανάλογα, διασφαλίζοντας την ενεργητική εμπλοκή όλων, ενώ απαραίτητη είναι η πρόνοια για αξιολόγηση και ανατροφοδότηση. Στην περίπτωση του διημέρου, δυστυχώς, τα πιο πάνω δεν υφίστανται με αποτέλεσμα να προδιαγράφεται η αποτυχία και η αναποτελεσματικότητα του θεσμού.
Περαιτέρω, τα μονοήμερα αυτά σεμινάρια σε πολυάριθμα ακροατήρια και αρκετές φορές σε ακατάλληλες εκπαιδευτικές συνθήκες (π.χ. θέατρα, αίθουσες πολλαπλής χρήσης, χωρίς θρανία και άλλα μέσα) είναι αδύνατο να φέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα, επιβεβαιώνοντας έτσι τις εκπαιδευτικές έρευνες που αναδεικνύουν την αναποτελεσματικότητά τους. Θα ήταν, συνεπώς, πιο εύστοχο οι «επιμορφώσεις» να ονομάζονται ενημερωτικές συναντήσεις, όπου οι εκπαιδευτικοί ενημερώνονται για τις καινοτομίες που υπάρχουν στον χώρο της εκπαίδευσης για το σχετικό θέμα της ενημέρωσης. Επιπλέον, η επιμόρφωση περιορίζεται στο πως ο κάθε εκπαιδευτικός θα διαχειριστεί, θα εφαρμόσει και θα αξιοποιήσει την εν λόγω γνώση/ πληροφορία που κατέκτησε. Η συνέχεια, η υποστήριξη, η αξιολόγηση είναι ανύπαρκτα και η αποτελεσματικότητα των επιμορφώσεων αυτών άγνωστη και κατά γενική ομολογία μικρή ως ανύπαρκτη.
Ανάγκη ο στρατηγικός σχεδιασμός της επιμόρφωσης
Η καινοτομία της επαγγελματικής μάθησης (ΕΜ ή ΥΕΜ) στη σχολική μονάδα που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια θα μπορούσε να ήταν αποτελεσματική υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και μόνον. Δυστυχώς, εφαρμόστηκε χωρίς να διασφαλιστούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, δεν έχουν ληφθεί υπόψη πρόνοιες που να διασφαλίζουν τη συμμετοχή όλων εκπαιδευτικών, να καλύπτουν τις ανάγκες όλων εκπαιδευτικών, έστω και περιοδικά, ενώ δεν έχει ληφθεί πρόνοια για το χρόνο διενέργειας αυτής της μορφής επιμόρφωσης, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα για ενεργοποίηση, εμπλοκή και μάθηση όλων των εκπαιδευτικών στη σχολική μονάδα.
Στις σχολικές μονάδες που επιλέγονται (πολύ μικρός αριθμός σχολικών μονάδων επιλέγεται) για να συμμετέχουν στο πρόγραμμα της Υποστήριξης Επαγγελματικής Μάθησης (ΥΕΜ) που προσφέρει το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (ΠΙ), λειτουργός του ΠΙ αναλαμβάνει τον συντονισμό του προγράμματος και βοηθά στην οργάνωση και λειτουργία του προγράμματος. Ο λειτουργός του ΠΙ συνεργάζεται στενά με έναν εκπαιδευτικό-συντονιστή, ο οποίος έχει 1 διδακτική ώρα την βδομάδα για να ασχοληθεί με το πρόγραμμα αυτό. Οι εκπαιδευτικοί εμπλέκονται στο σχέδιο δράσης της σχολικής μονάδας και υλοποιούν ή συμμετέχουν σε διάφορες δράσεις, προσπαθώντας να «κλέψουν» χρόνο από τις ελάχιστες διδακτικές ώρες που έχουν για προγραμματισμό, οργάνωση και προετοιμασία του εκπαιδευτικού τους έργου και όταν αυτό είναι εφικτό λόγω του ωρολογίου προγράμματος. Συνεπώς, η ουσιαστική ενεργητική εμπλοκή στο πρόγραμμα ΕΜ των πλείστων εκπαιδευτικών είναι μικρή και για κάποιους μηδενική. Πλανάται, λοιπόν, το ερώτημα πώς ένα τέτοιο πρόγραμμα διασφαλίζει την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και πώς με την απομάκρυνση του συντονιστή από το ΠΙ μπορεί να συνεχιστεί αποτελεσματικά, όταν ακόμα και με τη στήριξη από τον συντονιστή, αδυνατεί να προσφέρει το πλαίσιο για επαγγελματική ανάπτυξη όλων των εκπαιδευτικών μιας σχολικής μονάδας.
Η Πολιτεία αρκέστηκε στο φιλότιμο και στη φιλομάθεια των εκπαιδευτικών, οι πλείστοι από τους οποίους έχουν μεταπτυχιακά ακαδημαϊκά προσόντα, όχι όμως απαραιτήτως σε θέματα διδασκαλίας. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχει προσφερθεί στους εκπαιδευτικούς συστηματική επιμόρφωση σε θέματα διδακτικής μεθοδολογίας, πέρα από κάποια μονοήμερα σεμινάρια γνωστικών αντικειμένων μέσα από τα όποια δίνονται κατευθυντήριες γραμμές, που σύμφωνα και με τη βιβλιογραφία δεν μπορούν να φέρουν αλλαγή στη διδακτική μεθοδολογία των εκπαιδευτικών. Υπάρχει ανάγκη για στρατηγικό σχεδιασμό της επιμόρφωσης και ανάπτυξης όλων των εκπαιδευτικών, όπου να διασφαλίζεται η εμπεριστατωμένη και αποδεδειγμένη ουσιαστική επαγγελματική τους ανάπτυξη. Ένας στρατηγικός σχεδιασμός βάση προτεραιοποίησης των αναγκών κατάρτισης και σχεδιασμός στοχευμένων επιμορφωτικών προγραμμάτων με διάρκεια που να επιτρέπει την κατάκτηση της νέας γνώσης, την ανάπτυξη συγκεκριμένων δεξιοτήτων, την βιωματική εφαρμογή στην πράξη, την εποικοδομητική αξιολόγηση και ανατροφοδότηση έτσι ώστε να διασφαλίζεται η επίτευξη των στόχων των εν λόγω επιμορφωτικών προγραμμάτων. Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών αποτελεί δικαίωμα των εκπαιδευτικών, από τους οποίους ζητείται η αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός της παιδείας μας. Οι επιφανειακές, περιστασιακές και αναποτελεσματικές πρακτικές επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών χωρίς μακροπρόθεσμο και βραχυπρόθεσμό προγραμματισμό, χωρίς αξιολόγηση της επίδρασης της επιμόρφωσης αποτελούν τροχοπέδη στη βελτίωση της ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Μέσα από τις αλλαγές αυτές μπορεί να φτάσουμε σε αυτό που ο Ζαν Ζακ Ρουσώ (1712-1778), ανέφερε από τις αρχές του 18ου αιώνα την αληθινή εκπαίδευση, η οποία συνίσταται λιγότερο σε διδαχές και περισσότερο σε ασκήσεις, ώστε να προετοιμάζουν και να ενδυναμώνουν τον κάθε μαθητή να αντιμετωπίσει τις προσκλήσεις που θα συναντήσει, αποτελεσματικά και εποικοδομητικά. Ας μην συνεχίσουμε να στερούμε αυτό το δικαίωμα από τα παιδιά μας και ας αρχίσουμε σταδιακά, αλλά συστηματικά να εργαζόμαστε για τις ουσιαστικές αλλαγές. Ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος, αλλά αποτελεί μονόδρομο για την ουσιαστική αλλαγή και αναβάθμιση της εκπαιδευτικής πραγματικότητας στην Κύπρο.
* Εκπαιδευτικός.