Πολλές και καθημερινές οι προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ένας σχολικός οργανισμός. Ποιος είναι ο ρόλος τη διεύθυνσης στη διατήρηση της ομαλής λειτουργίας αλλά και της βελτίωσης του εκάστοτε σχολικού οργανισμού; Τα τελευταία χρόνια η τριτοβάθμια εκπαίδευση παρέχει μεταπτυχιακές σπουδές στην Εκπαιδευτική Ηγεσία. Γιατί όμως δημιουργήθηκε η αναγκαιότητα για τη δημιουργία ενός τέτοιου μεταπτυχιακού; Σε τι διαφέρει ένας σχολικός οργανισμός από τους υπόλοιπους;
Ένας σχολικός οργανισμός ίσως να έχει την μεγαλύτερη διάδραση ανάμεσα σε ανθρώπους σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο οργανισμό. Εκπαιδευτικοί, παιδιά και γονείς. Άνθρωποι που φέρουν ο καθένας την δική του ιστορία. Όλοι καθόλα διαφορετικοί. Αυτή η διαφορετικότητα υπάρχει σε όλους τους οργανισμούς όμως σε μια σχολική μονάδα η δυναμική που αναπτύσσεται είναι μοναδική.
Επιπλέον, το κλίμα που επικρατεί στον κάθε οργανισμό είναι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που σχετίζονται με την αποδοτικότητα των εργαζομένων σε αυτόν. Στην περίπτωση των σχολικών οργανισμών, το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού αποτελούν οι εκπαιδευτικοί. Οι εκπαιδευτικοί είναι αυτοί που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή και που στο περιβάλλον της τάξης έχουν να διαχειριστούν το πολυσύνθετο μαθησιακό περιβάλλον που υπάρχει.
Για να μπορεί λοιπόν ο εκπαιδευτικός να ανταποκριθεί σε όλες αυτές τις προκλήσεις πρέπει πρώτα ο ίδιος να νιώθει συναισθηματική ασφάλεια και πως βρίσκεται σε ένα περιβάλλον όπου θα έχει όλη τη στήριξη που θα χρειαστεί. Μα πρώτιστα, είναι απαραίτητο να νιώσει πως όλες οι προσπάθειες που καταβάλει αναγνωρίζονται από τη διεύθυνση του σχολείου.
Με τη δημιουργία πλέον της τάξης συμπερίληψης, οι εκπαιδευτικοί οφείλουν να είναι σε θέση να προβούν σε διαφοροποίηση του πλάνου μαθήματος και των διδακτικών μεθόδων με τρόπο που να ικανοποιούν τις ανάγκες των μαθητών τους. Στην περίπτωση των ιδιωτικών σχολικών μονάδων ο εκπαιδευτικός έχει μεγαλύτερη ευελιξία σε ότι αφορά το κομμάτι αυτό. Όσον αφορά τις δημόσιες σχολικές μονάδες δεν υπάρχει τόση ευελιξία αφού το υπουργείο Παιδείας έχει πάντα τον τελευταίο λόγο. Αφού μιλάμε για ένα δημόσιο, ενιαίο σύστημα εκπαίδευσης, η γενική εποπτεία πάντα θα παραμένει στο υπουργείο Παιδείας. Παρ’ όλα αυτά, εάν οι δημόσιες σχολικές μονάδες είχαν περισσότερη ευελιξία θα μπορούσαν να παρέχουν καλύτερης ποιότητας και πιο στοχευμένη εκπαίδευση που να ανταποκρίνεται στις προσωπικές ανάγκες των μαθητών.
Ακόμη ένας σημαντικός παράγοντας που συμβάλει στη σχολική βελτίωση είναι η επαρκής επαγγελματική κατάρτιση των εκπαιδευτικών. Η ηγεσία του κάθε σχολικού οργανισμού είναι απαραίτητο, να είναι σε θέση να αναγνωρίσει τις ανάγκες του κάθε εκπαιδευτικού και στη συνέχεια να παρέχει την ανάλογη εκπαίδευση ώστε να ενδυναμώσει το προσωπικό. Αυτό θα έχει αντίκτυπο αφενός στην επαγγελματική επάρκεια του και αφετέρου στη μάθηση των παιδιών. Όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, το πολυσύνθετο μαθησιακό περιβάλλον που υπάρχει πλέον στις τάξεις δημιουργεί την ανάγκη για την ανάλογη εκπαίδευση ώστε οι εκπαιδευτικοί να είναι σε θέση να διαχειριστούν τις προκλήσεις που προκύπτουν μέσα από αυτό. Η παροχή της ίδιας εκπαίδευσης σε όλο το προσωπικό είναι άσκοπη αφού οι ανάγκες του κάθε εκπαιδευτικού διαφέρουν.
Πώς όμως θα αναγνωριστούν οι ανάγκες που μπορεί να έχει ο κάθε εκπαιδευτικός; Αυτό θα γίνει μέσω της αξιολόγησης η οποία στην δημόσια εκπαίδευση γίνεται από τους επιθεωρητές και στην ιδιωτική εκπαίδευση από τους υπεύθυνους τμημάτων. Εδώ πρέπει να αναδειχθεί μια πολύ σημαντική διαφορά όσον αφορά την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Οι επικεφαλείς τμημάτων στα σχολεία της ιδιωτικής εκπαίδευσης προβαίνουν σε αξιολόγηση μαθήματος χωρίς να έχουν ενημερώσει τον εκπαιδευτικό εκ των προτέρων, ενώ στη δημόσια εκπαίδευση οι εκπαιδευτικοί ενημερώνονται ακόμη και μέρες πριν. Μία χωρίς προειδοποίηση αξιολόγηση θα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα και θα είναι πιο κοντά στην πραγματική εικόνα που υπάρχει καθημερινά στην τάξη. Σκοπός μιας τέτοιας αξιολόγησης είναι η αναγνώριση των πτυχών στους οποίους ένας εκπαιδευτικός χρειάζεται στήριξη ώστε στη συνέχεια να ακολουθήσει και η ανάλογη εκπαίδευση. Αυτό κρίνεται ακόμη πιο σημαντικό για τους εκπαιδευτικούς στα πρώτα χρόνια διδασκαλίας. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως οι πιο έμπειροι εκπαιδευτικοί δεν χρειάζεται να συνεχίσουν να παρακολουθούν κάποιες εκπαιδεύσεις αλλά ότι πρέπει να είναι ανάλογες των δικών τους αναγκών.
Διαχείριση συγκρούσεων εντός σχολείου
Ένα άλλο δύσκολο ζήτημα με το οποίο η διεύθυνση του σχολείου μπορεί να έρθει αντιμέτωπη είναι η διαχείριση συγκρούσεων είτε μεταξύ εκπαιδευτικών, είτε μεταξύ εκπαιδευτικών και γονιών, είτε μεταξύ της ιδίας και των εκπαιδευτικών. Σε μια τέτοια περίπτωση, απαιτείται προσεχτικός χειρισμός ώστε να επιλυθεί το οποιοδήποτε ζήτημα χωρίς να διαταραχθούν οι ισορροπίες στο σχολικό περιβάλλον.
Αδιαμφισβήτητα, ένας σχολικός οργανισμός είναι ένα περιβάλλον γεμάτο προκλήσεις. Αναπόφευκτα θα υπάρξουν παραλείψεις, λάθη μα και συγκρούσεις αφού εμπλέκεται ο ανθρώπινος παράγοντας. Ο συνδετικός κρίκος που θα φέρει μαζί όλα αυτά τα κομμάτια είναι η διεύθυνση του σχολείου. Ο ρόλος της διεύθυνσης δεν πρέπει να είναι ρόλος επικριτή αλλά καθοδηγητή. Ο ηγέτης είναι ο άνθρωπος που με το όραμα του εμπνέει το προσωπικό και στέκεται δίπλα του σε όλες τις προκλήσεις. Ακόμη και αν παραστεί ανάγκη να διαφωνήσει μαζί του, θα έχει αναπτύξει μία σχέση εμπιστοσύνης, ώστε ο εκπαιδευτικός να αναγνωρίζει πως η ανατροφοδότηση γίνεται καλοπροαίρετα και όχι σε επικριτικό κλίμα. Μία τέτοια σχέση θα περιόριζε επίσης τις πιθανότητες αντίστασης σε τυχών αλλαγές στις οποίες θα κριθούν αναγκαίες.
Όλα αυτά τα στοιχεία κάνουν τη διαφορά ανάμεσα σε ένα αφεντικό και έναν πραγματικό ηγέτη και εκεί εναπόκειται και η επιτυχία ή όχι του κάθε οργανισμού.
* Εκπαιδευτικός