Τα NFTs (Non-fungible tokens) έχουν πρόσφατα αποκτήσει μια αναπάντεχη διαδικτυακή δημοφιλία. Η αγορά αυτών των περιουσιακών στοιχείων έχει προσελκύσει κατόχους κεφαλαίων, πρόθυμους να ξοδέψουν αξιόλογα ποσά για αυτά τα αντισυμβατικά και ανορθόδοξα περιουσιακά στοιχεία. Τα NFTs έχουν ανατρέψει ολοκληρωτικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα περιουσιακά στοιχεία και τις επενδύσεις, έχουν επαναπροσδιορίσει τις βιομηχανίες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της αγοράς τέχνης, και δικαιολογημένα προκάλεσαν πολλές διφορούμενες συζητήσεις σχετικά με το μέλλον τους. Από το περιβόητο αρχείο JPG του κολάζ του Beeple, «Everydays: The First 5000 Days», που πουλήθηκε για 69 εκατομμύρια δολάρια, στο πρώτο tweet του συνιδρυτή και CEO του Twitter Jack Dorsey «just setting up my twttr» που δημοπρατήθηκε για φιλανθρωπικούς σκοπούς για 2,9 εκατομμύρια δολάρια.

Τα NFTs είναι ψηφιακές πιστοποιήσεις ιδιοκτησίας ενός μοναδικού ψηφιακού περιουσιακού στοιχείου. Ο κώδικας του NFT είναι κρυπτογραφημένος σε ένα blockchain, μια κοινόχρηστη βάση δεδομένων, η οποία καταγράφει συναλλαγές σε ένα ψηφιακό αποκεντρωμένο κατάλογο δεδομένων (ledger). Η έννοια του blockchain ομοιάζει σημαντικά με μια λίστα δεδομένων, στην οποία τα δεδομένα αλληλοσυνδέονται σε «blocks» και, επομένως, είναι εμφανείς τυχόν αλλαγές σε αυτόν τον ψηφιακό κατάλογο, καθιστώντας την τεχνολογία διαφανή και αμετάβλητη. 

Τα περιουσιακά στοιχεία που μεταφέρονται μεταξύ μερών σε ένα blockchain ονομάζονται «tokens»(ελληνικά μάρκες) με την πιο διαδεδομένη τους μορφή να είναι τα κρυπτο-νομίσματα. Τα κρυπτο-νομίσματα είναι κατ’ ουσίαν μάρκες ίσης αξίας που αποθηκεύονται σε ευρέως δημόσιο blockchain, των οποίων η ιδιοκτησία μπορεί να ανταλλαχθεί. Η εννοιολογική διαφορά μεταξύ κρυπτο-νομισμάτων και NFTs είναι ότι τα τελευταία είναι αποκλειστικοί κώδικες λογισμικού που δηλώνουν την ιδιοκτησία μίας ψηφιακής «περιουσίας». Είναι μοναδικά και άνευ προηγουμένου ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, δεν είναι πανομοιότυπα με άλλα, εξ ου και η μη ανταλλαξιμότητά τους για ίση αξία (non-fungible). 

Η αγορά ενός NFT, εν τοις πράγμασι μια σύμβαση μεταξύ ενός αγοραστή και ενός πωλητή, είναι ευρύτερα ένα απότοκο των πρόσφατων τάσεων εξέλιξης και επικαιροποίησης, μέσω της θέσπισης και εφαρμογής καινοτόμων τεχνολογιών, της διαδικασίας σύναψης συμβάσεων. Η μεταφορά του ψηφιακού πιστοποιητικού ιδιοκτησίας πραγματοποιείται χρησιμοποιώντας έξυπνα συμβόλαια, τεχνολογία που χαρακτηρίζεται από την αυτο-εκτελούμενη μεταφορά ενός ψηφιακού περιουσιακού στοιχείου χρησιμοποιώντας ένα πρωτόκολλο blockchain, κυρίως στο Ethereum. Τα έξυπνα συμβόλαια είναι, ουσιαστικά, προγράμματα (programmed code) που εκτελούν συγκεκριμένες ενέργειες όταν ικανοποιηθούν προκαθορισμένες συνθήκες μεταξύ μερών. Η ομοιότητά τους με τις παραδοσιακές συμβάσεις είναι ότι οι όροι της σύμβασης εξακολουθούν να αποτελούν το θεμέλιο της συμβατικής σχέσης μεταξύ των μερών. Επομένως, οι όροι της έξυπνης σύμβασης θα καθορίζουν, μεταξύ άλλων, και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που αποκτά ή διατηρεί το κάθε μέρος.

Το καθεστώς ηλεκτρονικής υπογραφής για την ψηφιακή εκτέλεση νομικά δεσμευτικών συμβάσεων ορίζεται στον «Κανονισμό αριθ. 910/2014 σχετικά με την Ηλεκτρονική Ταυτοποίηση και τις Υπηρεσίες Εμπιστοσύνης για τις Ηλεκτρονικές Συναλλαγές στην Εσωτερική Αγορά». Αυτό το νομικό πλαίσιο προβλέπει τρεις τύπους ηλεκτρονικής υπογραφής, ενώ ο πιο προηγμένος από αυτούς απαιτεί εξειδικευμένη συσκευή δημιουργίας υπογραφών. Λαμβάνοντας υπόψη τον Κυπριακό Νόμο 55 (Ι) / 2018, «περί της Εφαρμογής του Κανονισμού (Ε.Ε.) αριθ. 910/2014, σχετικά με την Ηλεκτρονική Ταυτοποίηση και τις Υπηρεσίες Εμπιστοσύνης για τις Ηλεκτρονικές Συναλλαγές στην Εσωτερική Αγορά», ο τρίτος ειδικός τύπος υπογραφής έχει την ισοδύναμη δικαστική υπόσταση μιας χειρόγραφης υπογραφής. 

 

Κυριότητα περιουσιακών στοιχείων

Ο κάτοχος ενός NFT αποκτά δικαιώματα ιδιοκτησίας του ψηφιακού περιουσιακού στοιχείου που αγοράζει, ως ακόμα μία «μάρκα» στο πορτοφόλι μαρκών (tokens) του. Αυτό που πρέπει να διευκρινιστεί είναι ότι, όπως και σε μια φυσική αγορά, οι αγοραστές γίνονται κάτοχοι μόνο των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και όχι δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και αναδιανομής -αναπαραγωγής, τα οποία παραμένουν στον πωλητή, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά από τον εκδότη του NFT στους όρους της σύμβασης.

Σχετική είναι και η διαδικτυακή «θύελλα» που ξέσπασε με τον «Κωμικό» τουMaurizio Cattelan (γνωστός και ως «η μπανάνα που έχει κολληθεί σε τοίχο»), η οποία δημοπρατήθηκε για $150.000. Οι αγοραστές του πολύκροτου έργου τέχνης αγόρασαν ουσιαστικά το πιστοποιητικό γνησιότητας του έργου, για να το παρουσιάζουν νομίμως, μια μπανάνα που έχει κολληθεί σε τοίχο, ως αυθεντικό και επίσημο κομμάτι του Cattelan. Συγκεκριμένα, οι ιδιοκτήτες μπορούν ακόμη και να δανείσουν το πιστοποιητικό σε άλλους, μεταβιβάζοντάς τους προσωρινά τα, λεγόμενα από πολλούς, «bragging rights». Εν αντιστοιχία, ο ιδιοκτήτης ενός NFT, το οποίο μπορεί να είναι ένα πραγματικό αντικείμενο ή ένα ψηφιακό στοιχείο οποιουδήποτε είδους, αγοράζει μια μοναδική έκδοση ενός περιουσιακού στοιχείου, αποκτώντας τα δικαιώματα ιδιοκτησίας ενός μη ανταλλάξιμου «token». Η οντολογική υπόσταση του αποκτηθέντος περιουσιακού στοιχείου μπορεί στην κυριολεξία να είναι όσο αμφιλεγόμενη όσο και αυτή του έργου τέχνης του Cattelan.