Φαίνεται πως ο καύσωνας επιτάχυνε την κατάπτωση του δημόσιου λόγου, αλλά και των πολιτικών επιλογών των κυβερνήσεών μας. Περίμενα, βέβαια, κάτι καλύτερο από την Κύπρο. Οι δηλώσεις ενός θεσμικού προσώπου, όπως είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θα έπρεπε να μην απηχούν τις προσωπικές του ιδέες. Και, ακόμα καλύτερα, οι προσωπικές του ιδέες ή απλές του σκέψεις, θα έπρεπε να βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τα ιδανικά του θεσμού που αυτός εκπροσωπεί. Ο Νίκος Αναστασιάδης, όπως και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά και οποιοδήποτε άλλο εκλεγμένο πολιτικό πρόσωπο, εκπροσωπούν τη λαϊκή βούληση. Η λαϊκή βούληση και ετυμηγορία, όπως αυτή διαμορφώνεται από το αποτέλεσμα όλων των νόμιμων εκλογικών διαδικασιών, είναι τα τετελεσμένα που τους δίνουν τη δυνατότητα να μιλούν και να ενεργούν εξ ονόματός μας. Και, πιστέψτε με, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας δεν είναι καθόλου καλύτερος. Διότι, το πρόβλημα εντοπίζεται εν τη γενέσει του. Και το πρόβλημα αυτό ονομάζεται «διάκριση». Το πρόβλημα δεν είναι αν και τι θα δώσεις στους εμβολιασμένους, ή σε αυτούς που θέλεις να τους πείσεις να εμβολιαστούν, ούτε τι κυρώσεις θα επιβάλλεις σε όσους δεν το επιθυμούν. Το πρόβλημα είναι ότι δεν καταλαβαίνουμε το ίδιο το πρόβλημα· έχουμε θεωρήσει δεδομένο, δηλαδή, τον τεμαχισμό της ίδιας της αξίας της ζωής μας και απλώς διαπραγματευόμαστε την τελική τιμή της. Το να προσφέρεις χρήματα -από τους φόρους των πολιτών- σε όσους δεν θέλουν να εμβολιαστούν, δεν είναι σωστό· δεν είναι καν ένα απλό λάθος. Είναι διπλό λάθος. Καταρχήν, ο κρατικός προϋπολογισμός δεν αποτελεί αγαθό προς αξιοποίηση των πολιτικών ορέξεων ενός πρωθυπουργού. Ο κρατικός προϋπολογισμός οφείλει να καλύπτει πάγιες και βασικές ανάγκες όλων των ανθρώπων που ζουν σε μια χώρα· κατασκευή και συντήρηση δημοσίων έργων, κ.λπ. Ο προϋπολογισμός δεν μοιράζεται υπό μορφήν δώρου. Κανένα νομικό πλαίσιο δεν υποστηρίζει τέτοιου είδους ενέργειες. Ακόμα και το EUDCC, το ψηφιακό πιστοποιητικό που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στερείται πολλών νομικών ερεισμάτων. Γι’ αυτό και πολλοί σκεπτικιστές σταθήκαμε απέναντι στην ψήφιση και εφαρμογή του. Το πιστοποιητικό αυτό, όμως, έχει εγκριθεί και από 1η Ιουλίου θα ζητείται προς επίδειξη από όλες τις αεροπορικές -και όχι μόνο- εταιρείες. Τι θα γίνει, λοιπόν, μ’ αυτόν που δεν θα το έχει; Εδώ, ερχόμαστε στο δεύτερο σκέλος της λανθασμένης πολιτικά και ηθικά απαράδεκτης τακτικής του Κυριάκου Μητσοτάκη. Προσφέροντας χρήματα σε όσους δεν επιθυμούν να εμβολιαστούν, περνάει το ίδιο μήνυμα με αυτό που άφησε να εννοηθεί ο Νίκος Αναστασιάδης. Δημιουργεί δύο πόλους, δηλαδή, τους οποίους βάζει στη διαδικασία αντιπαραγωγικού και αντιδεοντολογικού ανταγωνισμού· διχάζει, με άλλα λόγια. Και μην νομίζετε ότι ο Κ. Μητσοτάκης, αλλά και οι συνεργάτες του, δεν έχουν επιτεθεί φραστικά στους μη εμβολιασμένους. Όταν προσφάτως περιόδευσε στην Δυτική Ελλάδα, σε μια συνάντηση που είχε με φορείς της περιφέρειας Ηπείρου, δήλωσε, ενώπιον εκκλησιαστικού στελέχους: «Σεβασμιώτατε, να μην δεχτείτε κανέναν μη εμβολιασμένο στο ποίμνιό σας». Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι επιτίθεται εκεί που μπορεί. Ξέρει πως οι νέοι δεν δέχονται επιθέσεις και τους προσφέρει ανταλλάγματα-δώρα. Στους μεγαλύτερους, όμως, που συνήθως είναι αυτοί που εκκλησιάζονται σε τακτική βάση, δείχνει απροκάλυπτα τα δόντια του. Οι ίδιοι εκβιασμοί συμβαίνουν και μέσα στα νοσοκομεία. Πολλοί ηλικιωμένοι εξαναγκάζονται να εμβολιαστούν, ειδάλλως δεν τους παρέχονται κρατικές υπηρεσίες Υγείας· το εμβόλιο αντικατέστησε το φακελάκι. Γι’ αυτό και, προφανώς, τα ποσοστά εμβολιασμών στους πολίτες τρίτης ηλικίας είναι υψηλότερα. Το βραχιόλι, για όσους δεν επιθυμούν να εμβολιαστούν, ακούγεται και είναι παράδοξο (το λιγότερο). Αν δεν κάνω λάθος, όμως, στο Ισραήλ είχε συζητηθεί να φορούν βραχιόλι οι εμβολιασμένοι, ώστε και πάλι να υπάρχει διάκριση· βλέπουμε, λοιπόν, πως το αποτέλεσμα μετράει, από όποια σκοπιά κι αν το δούμε. Δεν είναι, δηλαδή, κάτι που θα πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη, ούτε καν ανησυχία. Κι αυτό, επειδή αποτελεί απλώς τον επόμενο κρίκο στην αλυσίδα όλων όσων έχουμε δεχτεί, εδώ και 1,5 χρόνο. Θα πρέπει, λοιπόν κι εμείς, ως πολίτες και απλές μονάδες, να αναρωτηθούμε τι από όλα αυτά άξιζε, και τι όχι· πώς θα κινηθούμε από ’δω και πέρα, και με τι μέσα θα το πράξουμε. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε την επιλογή, αν θέλουμε πραγματικά να πιστεύουμε ότι ζούμε σε μια Δημοκρατία. Θα πρέπει, επίσης, να μην υποβιβάζουμε τα καθημερινά ζητήματα, σε σχέση με τις μεγαλεπήβολες εθνικές προτεραιότητες. Το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου δεν είναι περισσότερο σημαντικό από το βραχιόλι των μη εμβολιασμένων, ούτε από την ανεργία, ούτε από τίποτε άλλο που μαστίζει ή απλώς χαρακτηρίζει την καθημερινότητά μας. Οι Κύπριοι δεν θα πρέπει να ξεχάσουν τις δηλώσεις Ν. Αναστασιάδη. Το βραχιόλι είναι ένα επιπλέον βήμα στο μόνιμο διαμελισμό της ειρήνης και της Δημοκρατίας. Η ανησυχία έγκειται στο αν και κατά πόσο είμαστε έτοιμοι να μην το επιτρέψουμε.

Σημ.: Η λέξη «δεσμοδετώ-δεσμοδετημένος» αποτελεί δική μου επινόηση.

*Αρχαιολόγος