Παρακολούθησα την Πέμπτη από το κρατικό κανάλι ένα μονολογικό διάλογο ανάμεσα σε δύο πρωτεργάτες της ίδιας πολιτικής επιλογής στο Κυπριακό, της επιλογής της διακοινοτικής διαφοράς του Κυπριακού προβλήματος. Μιας επιλογής που ακολουθείται πιστά και απαρέγκλιτα από το 1988 όταν στην προεδρία ανέβηκε ο Γιώργος Βασιλείου. Επί προεδρίας Σπύρου Κυπριανού μέχρι το 1988 είχε διεξαχθεί μια πολύ έντονη διαπάλη ως προς τον χαρακτήρα του Κυπριακού, η οποία διαπάλη μορφοποιήθηκε από τον μ. Νίκο Ρολάνδη με την περίφημη φράση περί χειραψιών και γρονθοκοπημάτων. Δεν γίνεται, υποστήριζε ο μ. Ρολάνδης, από τη μια να κάνουμε χειραψίες (συνομιλίες με Τ/κ) κι από την άλλη να ανταλλάσσουμε γρονθοκοπήματα (διεθνοποίηση, καταγγελία κατοχής).
Στα πλαίσια αυτής της διαπάλης και προς υποστήριξη της άποψης Ρολάνδη, ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ συνασπίσθηκαν με σκοπό τον εξαναγκασμό του Σπύρου να ακολουθήσει μόνο την πολιτική των χειραψιών.
Τερματίστηκε τότε η συνεργασία ΑΚΕΛ-ΔΗΚΟ στα πλαίσια του minimum προγράμματος και στις εκλογές που ακολούθησαν τον Φεβρ. του ’88 το ΑΚΕΛ κατάφερε να εκπαραθυρώσει τον Σπύρο και να αναδείξει τον Γιώργο Βασιλείου. ΑΚΕΛ και Βασιλείου υπήρξαν φανατικοί θιασώτες της πολιτικής Ρολάνδη, ότι δηλ. το Κυπριακό πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί ως διακοινοτική διαφορά, αφήνοντας έξω από το κάδρο την Τουρκία. Κατά την πρωθυπουργία Ανδρέα Παπανδρέου, επί προεδρίας Γλαύκου Κληρίδη τα πράγματα άλλαξαν. Θεσπίστηκε το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, παραγγέλθηκαν οι S-300 και το κλίμα άλλαξε άρδην. Η ασθένεια του Παπανδρέου έφερε την παραίτηση του από την πρωθυπουργία και τον Κώστα Σημίτη στο πηδάλιο της Ελλάδας.
Με γνωστές τις θέσεις του Σημίτη τόσο στο Κυπριακό και στα ελληνοτουρκικά, όσο και τις σχέσεις του με Γερμανία και ΗΠΑ το Κυπριακό ξαναμπήκε στις ράγες της διακοινοτικής διαφοράς, κι αυτή τη φορά για καλά. Έτσι λοιπόν για δεκαετίες συζητούσαμε μόνο για την εσωτερική διάρθρωση του Κυπριακού κράτους κι όχι για την κατοχή. Ποτέ δεν καταγγείλαμε τον εποικισμό, ποτέ δεν καταγγείλαμε τη βίαιη δημογραφική αλλαγή στα κατεχόμενα. Ποτέ δεν καταγγείλαμε τα τετελεσμένα που εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια μας με το διαβόητο έργο του αιώνα διαρκουσών των συνομιλιών. Αντίθετα ζητούσαμε από την Τουρκία να συζητήσουμε και τη δυνατότητα παραχώρησης νερού στους Ε/κ.
Αφήσαμε τους Τ/κ μόνους να παλεύουν για να μην ισλαμοποιηθούν, περιθωριοποιήσαμε όσους απ΄ αυτούς πραγματικά αντιστέκονταν στα μέτρα που η Τουρκία συστηματικά προωθούσε για προσάρτηση των κατεχομένων. Και κυρίως συμμαχήσαμε με εκείνα τα τ/κ κόμματα που ήθελαν τα δύο κράτη διά της διζωνικής και τις Τουρκικές εγγυήσεις.
Τώρα φτάσαμε στα τελικά στάδια των τουρκικών σχεδιασμών. Εγκλωβιστήκαμε κυριολεκτικά σε μια διαδικασία που δεν μας επιτρέπει διέξοδο. Τι να πούμε τώρα, ύστερα από 47 χρόνια; Ότι έχουμε τουρκική κατοχή; Ότι από το ’74 κάνουν συστηματικά εποικισμό και έχουν ήδη αλλάξει τη δημογραφική σύνθεση στο Βορρά; Ότι σταδιακά η Τουρκία προσαρτά τα κατεχόμενα και λόγοις και έργοις; Τι έκανε το έργο του αιώνα; Τι έκανε η τηλεφωνική διασύνδεση με την Τουρκία και η ηλεκτρική που όπου νάσαι φτάνει; Τι κάναν τα εκατοντάδες τζαμιά; Τι έκανε το 1974 η Τουρκία με την εθνοκάθαρση; Τι να πούμε; Κι ακούμε από το κρατικό κανάλι βλακείες επί βλακειών. Να ανοίξουμε λέει ως Κυπριακή Δημοκρατία το αεροδρόμιο της Τύμπου για να είναι νόμιμο με αντάλλαγμα την επιστροφή των Βαρωσιωτών υπό τα Ηνωμένα Εθνη. Δηλ. οι άνθρωποι ζητούν ξεκάθαρα να νομιμοποιήσουμε όλα τα τετελεσμένα της κατοχής με αντάλλαγμα την περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου κι αυτή υπό τη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών.
Αντί να παραδεκτούν ότι πήραν εξ αρχής λάθος δρόμο, ότι εμπιστεύτηκαν αναξιόπιστους ξένους και ακόμα χειρότερα τους εισβολείς, αντί να παραδεχτούν τη βλακεία και την ανικανότητα τους, μας ζητούν να ολοκληρώσουμε την ΠΡΟΔΟΣΙΑ… ΠΟΤΕ.