Από την ύπαρξη του κυπριακού προβλήματος προτάθηκαν διάφορες λύσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν, χωρίς να υπολογιστούν οι οποιεσδήποτε συνέπειες. Εάν, αναλύσει κάποιος, τις διάφορες προτάσεις και τη χρονική περίοδο που υποβλήθηκαν θα διαπιστώσει, ότι τα συμφέροντα κάποιων υπερίσχυαν του δημοσίου συμφέροντος. 

Μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και την προσφυγοποίηση χιλιάδων πολιτών σε κάθε πορεία, διαμαρτυρία, συγκέντρωση κ.τ.λ. επικρατούσε το σύνθημα «Όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους». Αυτό βέβαια, ίσως να ίσχυε τότε, αλλά δεν ισχύει σήμερα, αφού οι περισσότεροι, που πότισαν με τον ιδρώτα τους τη γη και με μόχθο έχτισαν τα σπίτια τους, δεν βρίσκονται στη ζωή, ενώ και τα ίδια τους τα σπίτια δεν υπάρχουν. Εγκατέλειψαν τη γη τους, έχασαν τη ζωή τους, ενώ αρκετές φορές έγιναν θύματα διακρίσεων και άσχημων συμπεριφορών. Τελικά τάφηκαν μακριά από τους τόπους που αγάπησαν.

Πολλά από τα παιδιά και τα εγγόνια τους, που γεννήθηκαν μετά το 1974 δεν ενδιαφέρονται να επιστρέψουν. Σήμερα, υπάρχουν μόνο λίγοι πρόσφυγες, που έζησαν εκεί και επιθυμούν να επιστρέψουν, νοουμένου ότι υπάρξει λύση σύντομα, διαφορετικά θα είναι και γι’ αυτούς πολύ αργά. Είναι φανερό, πως όποια λύση και να βρεθεί δεν είναι αυτή που ονειρεύονταν οι πρόσφυγες. 

Για όσα συνέβησαν, αλλά και για αυτά που θα γίνουν φέρουν ευθύνη και οι πρόσφυγες, οι οποίοι αντί να απαιτήσουν να υπάρχει μία ισχυρή Παγκύπρια Επιτροπή Προσφύγων, που να έχει γνώμη για θέματα που τους αφορούν, απλά… παρακολουθούν αμέτοχοι τις εξελίξεις. Ειδικά μετά το 2004, το πώς αντιμετωπίστηκε το Σχέδιο Ανάν είχε καταστροφικά αποτελέσματα, αφού ο λαός χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα. Οι μεν απέρριπταν το Σχέδιο και υπερτόνιζαν τα αρνητικά του στοιχεία, ενώ οι δε έκαναν ακριβώς το αντίθετο και εκθείαζαν τα οφέλη από την τυχόν ψήφισή του. 

Ακούγαμε τότε αρκετούς να στρέφονται εναντίον του Σχεδίου και διέδιδαν ότι για παράδειγμα με την επάνοδο των Τουρκοκυπρίων στη Δημόσια Υπηρεσία και τη διάλυση κάποιων Υπηρεσιών, αρκετοί Ελληνοκύπριοι θα έχαναν τις δουλειές τους. Υπήρχαν και κάποιοι ιδιοκτήτες μεγάλης ακίνητης περιουσίας, οι οποίοι φοβούμενοι ότι με τη λύση και την επιστροφή κάποιων εδαφών, θα μειωνόταν η αξία των δικών τους, διέδιδαν ότι η προτεινόμενη λύση εγκυμονεί κινδύνους και ότι «ήταν πιο ασφαλές εκείνοι από εκεί και εμείς από εδώ». Ακούσαμε επίσης, ότι κάποιοι ιερωμένοι, παρότρυναν τους πιστούς, να καταψηφίσουν το Σχέδιο, ενώ και αρκετοί πολιτικοί υποστήριζαν ότι τυχόν καταψήφιση του, θα έφερνε ένα καλύτερο από τα Ηνωμένα Έθνη. 

Τελικά, εκείνο το Σχέδιο απορρίφθηκε με μεγάλη πλειοψηφία από τους Ελληνοκυπρίους, ενώ εγκρίθηκε από τους Τουρκοκυπρίους. Οι δε υποσχέσεις που είχαν δοθεί στους πρόσφυγες πριν το δημοψήφισμα δεν τηρήθηκαν. Έκτοτε, οι πρόσφυγες φεύγουν από τη ζωή, χωρίς να βλέπουν τα όνειρά τους να εκπληρώνονται έστω και κατ’ ελάχιστο. Από τότε, έχουν περάσει πολύ περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια, με όλα τα αρνητικά συνεπακόλουθα όπως, παγίωση των τετελεσμένων, αύξηση των εποίκων, αλλαγή του δημογραφικού χαρακτήρα των κατεχομένων, άνοιγμα της περίκλειστης περιοχής των Βαρωσίων κ.τ.λ. 

Τώρα, που υπάρχει πιθανότητα να επαναρχίσουν οι συνομιλίες και στην περίπτωση που αυτές καταλήξουν σε κάποια συμφωνία -η οποία και πάλι να τεθεί σε δημοψήφισμα- υπάρχει το εξής εύλογο ερώτημα: Θα υπερισχύσουν άραγε και πάλι τα προσωπικά, κομματικά και άλλα συμφέροντα, αντί του κοινού καλού; Οπόταν λύση… γιοκ; 

* Πρόεδρος Κίνησης Προσφύγων και Αποδήμων «Άγιος Νικήτας»