Οι περιορισμοί στην ελεύθερη διακίνηση λόγω της πανδημίας του κορονοιού δεν είναι ανεξέλεγκτοι. Η ελεύθερη διακίνηση είναι θεμελιώδες δικαίωμα κατοχυρωμένο στο Άρθρο 13 του Συντάγματος και περιορισμός του μπορεί να επιβληθεί μόνο αν είναι αναγκαίος για τους ρητά προνοούμενους και ελάχιστους σκοπούς που αναφέρονται στο Άρθρο 13, μεταξύ των οποίων και η προστασία της δημόσιας υγείας. Είναι όμως καθιερωμένη αρχή του συνταγματικού δικαίου ότι οι περιορισμοί στα θεμελιώδη δικαιώματα που το Σύνταγμα επιτρέπει πρέπει να εξειδικεύονται και να αιτιολογούνται, ερμηνεύονται δε περιοριστικά και αυστηρά ώστε να μην επιτρέπονται πέραν του τι είναι όντως αναγκαίο. Είναι η θέση του άρθρου αυτού ότι οι περιορισμοί που υφίστανται στην ελεύθερη διακίνηση δεν μπορούν να δικαιολογηθούν στην ολότητά τους ως αναγκαίοι για προστασία της δημόσιας υγείας.
1. Η έκταση του περιορισμού. Ο περιορισμός είναι γενικός, απαγορεύοντας δηλαδή τη διακίνηση γενικά και επιτρέποντας μόνο ρητές εξαιρέσεις. Αυτό αντιστρέφει τα πράγματα διότι ο περιορισμός, ως εξαίρεση στο συνταγματικό δικαίωμα, δεν μπορεί να είναι γενικός. Η συνταγματική τάξη υπαγορεύει όπως ο οποιοσδήποτε περιορισμός πρέπει να είναι συγκεκριμένος και αιτιολογημένος, ώστε ο νόμος να ορίζει ειδικά τι απαγορεύεται και όχι να επιβάλλει γενικό περιορισμό και μετά να ορίζει τι επιτρέπεται, ως να γίνεται χάρη στον πολίτη. Είναι η ελεύθερη διακίνηση και όχι η γενική απαγόρευσή της που είναι η αφετηρία. Το δε βάρος απόδειξης ότι ο οποιοσδήποτε περιορισμός αιτιολογείται ως αναγκαίος το φέρει ο νομοθέτης ο οποίος επιχειρεί να περιορίσει το θεμελιώδες δικαίωμα και όχι ο πολίτης του οποίου το δικαίωμα επιδιώκεται να περιορισθεί.
2. Πολλοί επί μέρους περιορισμοί που προκύπτουν από τον γενικό περιορισμό της ελεύθερης διακίνησης δεν αιτιολογούνται ως αναγκαίοι και έτσι είναι αντισυνταγματικοί. Η βασική επιδίωξη της οποιασδήποτε απαγόρευσης διακίνησης είναι ασφαλώς η αποφυγή διασποράς του ιού μέσω της επαφής μολυσμένων και μη μολυσμένων προσώπων, σκοπός που θα επιτυγχάνετο ακριβώς με την απαγόρευση τέτοιας επαφής ιδιαίτερα στους κλειστούς χώρους. Ο περιορισμός της διακίνησης αυτής καθ’ αυτής όμως, όταν δεν εξυπακούει επαφή, δεν επιτυγχάνει τον σκοπό αυτό και δεν είναι αναγκαίος. Γιατί να απαγορεύεται η οικογενειακή βόλτα με το αυτοκίνητο; Η οικογενειακή εκδρομή; Η μετάβαση σε ιδιόκτητη (ή ενοικιαζόμενη) εξοχική οικία ή άλλη ακίνητη ιδιοκτησία; Αλλά και η επίσκεψη σε υπαίθριο χώρο συγγενικής ή φιλικής οικίας με προφυλάξεις; Όλα αυτά και άλλα δεν αναφέρονται ρητά στις εξαιρέσεις και έτσι εμπίπτουν στον γενικό κανόνα που απαγορεύει τη διακίνηση χωρίς να δικαιολογούνται ως αναγκαίοι περιορισμοί. Αναιτιολόγητες είναι και άλλες ρητές απαγορεύσεις, όπως είναι ο περιορισμός της διακίνησης σε δύο (ή και μία) φορές την ημέρα, ο περιορισμός της διακίνησης σε τρεις ώρες ή ‘εύλογο χρόνο’ και η απαγόρευση της διακίνησης μετά από τις 9 το βράδυ έστω και αν δεν εξυπακούει επαφή, που θυμίζει στρατιωτικές καταστάσεις. Ομοίως, η απαγόρευση μετάβασης σε άλλη επαρχία για θαλάσσιο μπάνιο, αφού το ίδιο το θαλάσσιο μπάνιο δεν απαγορεύεται.
3. Ο περιορισμός της ελεύθερης διακίνησης δεν μπορεί να είναι ‘οριζόντιος’ για όλους. Ιδιαίτερα, το κράτος δεν μπορεί να περιορίζει την ελεύθερη διακίνηση όσων έχουν εμβολιασθεί πλήρως στην ίδια έκταση όπως εκείνων που δεν έχουν. Εφόσον ο κίνδυνος μετάδοσης στην περίπτωση των πλήρως εμβολιασμένων είναι επιστημονικά ελαχιστότατος ώστε να απολήγει αμελητέος –εξού και η πολιτική του εμβολιασμού προς ολική εξάλειψη της πανδημίας– δεν είναι συνταγματικά αναγκαίος ο περιορισμός της διακίνησης και επαφής μεταξύ πλήρως εμβολιασμένων προσώπων, ενδεχομένως ακόμα και της γενικής διακίνησης και επαφής των πλήρως εμβολιασμένων εφόσον μάλιστα λαμβάνονται προφυλάξεις, εξού και το επερχόμενο ‘πράσινο’ διαβατήριο εμβολιασμού.
4. Κανένας περιορισμός δεν μπορεί να είναι τόσο εκτεταμένος και παρατεταμένος ώστε να καθίσταται κανόνας, όταν μάλιστα η ανάγκη για παράταση των περιορισμών οφείλεται και στο ίδιο το κράτος. Η διαχείριση των περιορισμών από το κράτος εστερείτο της δέουσας αυστηρότητας στην εποπτεία και εφαρμογή των μέτρων και των συνεπειών της παράβασης τους, όπως προκύπτει και από την αναποτελεσματικότητα τους που δεν είναι άσχετη και με την ασαφή πολυπλοκότητα, την ασυνέπεια των συχνών τροποποιήσεων, την αναντιστοιχία και έλλειψη αναλογικότητας αλλά και την εγγενή ανεφαρμοστικότητα πολλών μέτρων. Οι νομοταγείς πολίτες δεν μπορούν να υφίστανται επ’ άπειρον τις περιοριστικές και ψυχολογικές συνέπειες της ανυπακοής των (πολλών φαίνεται) άλλων διότι το κράτος ενδεχομένως δεν είναι σε θέση να τους επιτηρήσει επαρκώς. Περαιτέρω, η ΕΕ δεν είναι άνευ ευθύνης για την υπέρμετρη πλέον παράταση των περιορισμών αφού, αντίθετα με άλλες χώρες όπως ο Ισραήλ και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθυστέρησε αρκετούς κρίσιμους μήνες να προβεί σε παραγγελίες εμβολίων, με ανάλογες συνέπειες στην έγκαιρη καταπολέμηση της πανδημίας. Η αποτυχία αυτή της ΕΕ, μαζί με τόσες άλλες, δυστυχώς δεν θα αφήσουν αλώβητη την ευρωπαΐκή ιδέα και την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτήν.
*Πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου.