Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα μετά την απογοητευτική επίδοση του κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος στην έρευνα PISA 2018, όπου η Κύπρος κατατάχθηκε τεσσαρακοστή πέμπτη από εβδομήντα επτά χώρες, πολλά έχουν λεχθεί για τα προβλήματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Από ελλείψεις στην υλικοτεχνική υποδομή στα σχολεία και ανάγκη για μείωση της γραφειοκρατίας μέχρι και έλλειψη ορθής και επαρκούς χρηματοδότησης από το κράτος. Παρόλα αυτά υπάρχουν περιπτώσεις όπου κάποια στατιστικά στοιχεία για κυπριακά σχολεία φαντάζουν ως νησιά ελπίδας σε μια θάλασσα αποτυχιών. Ίσως το πιο σημαντικό είναι πως η έρευνα ALPS 2018 κατατάσσει την Αγγλική Σχολή Λευκωσίας ανάμεσα στα 10% καλύτερα σχολεία του Ηνωμένου Βασιλείου αν και, όπως όλα τα δημόσια σχολεία της Κύπρου, έτσι και την Αγγλική Σχολή διαχειρίζεται εν μέρει η Κυπριακή Δημοκρατία. Επιπλέον, παρατηρείται πως μερικά σχολεία σκορπισμένα στις διάφορες επαρχίες έχουν αποτελέσματα στις παγκύπριες εξετάσεις που φαίνονται να διαφοροποιούνται όταν συγκρίνονται με γειτονικά τους σχολεία. Πώς συμβαίνει αυτό;
Συγκρίνοντας την Αγγλική Σχολή με ένα μέσο δημόσιο σχολείο, η Αγγλική Σχολή φαίνεται να είναι κατά πολύ πιο καλά εξοπλισμένη σε υλικοτεχνική υποδομή και τεχνολογία. Με κάθε αίθουσά της να είναι εξοπλισμένη με ηλεκτρονικό υπολογιστή και οπτικοακουστικό σύστημα προβολής, με σύγχρονα λογισμικά συστήματα και με ένα καινοτόμο σύστημα όπου τα απουσιολόγια, οι εργασίες για το σπίτι και ένα μεγάλο ποσοστό της ύλης βρίσκονται σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες εδώ και χρόνια πριν την πανδημία του κορωνοϊού. Ο καθένας θα σκεφτόταν πως αυτό οφείλεται σε μια μεγάλη διαφορά στη χρματοδότηση των σχολείων. Εν τούτοις, σε γενικές γραμμές τα ιδιωτικά σχολεία έχουν ως ετήσια έσοδα περίπου 8000 ευρώ ανά μαθητή, ενώ αντίστοιχα η κυβέρνηση δαπανά περίπου 10000 ευρώ ανά μαθητή στα γενικά σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και σχεδόν 13.000 ευρώ ανά μαθητή σε δευτεροβάθμιες τεχνικές σχολές, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία για την εκπαίδευση 2017/2018 από το υπουργείο Οικονομικών. Σ’ αυτό το σημείο είναι σημαντικό να τονίσω πως τα δημόσια σχολεία δεν είναι πιο «οικονομικά», καθώς οι πιο πάνω δαπάνες προέρχονται από τους φόρους που πληρώνουν όλοι οι πολίτες, ανεξάρτητα του αν τα παιδιά τους φοιτούν σε δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο, με τον Φ.Π.Α. μάλιστα να χτυπά δυσανάλογα τα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα της κοινωνίας. Σύμφωνα με τα ίδια στατιστικά στοιχεία, λιγότεροι από 10 μαθητές κατά μέσο όρο αντιστοιχούν σε κάθε καθηγητή δημόσιας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, κάτι που είναι χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 12 μαθητών ανά καθηγητή σύμφωνα με την Eurostat για το έτος 2016. Επομένως, το πρόβλημα δε φαίνεται να βρίσκεται ούτε σε μειωμένη χρηματοδότηση, ούτε σε υποστελέχωση των δημοσίων σχολείων. Προφανώς η χρηματοδότηση των δημοσίων σχολείων «χάνεται» στην πορεία τους προς τα σχολεία και τους μαθητές λόγω της αυξημένης πολυπλοκότητας και ανεπαρκούς οικονομικής διαχείρισης και εμπλεκόμενης γραφειοκρατίας.
Η «Επιλογή Σχολείου» («School Choice») είναι μια μορφή εκπαιδευτικού συστήματος που εφαρμόζεται σε πολλές χώρες του εξωτερικού και φαίνεται να έχει επιλύσει πολλά από τα πιο πάνω προβλήματα, με την αποκέντρωση και ακολούθως την ελευθεροποίηση της Παιδείας. Στην «Επιλογή Σχολείου», ο μαθητής έχει το δικαίωμα φοίτησης σε οποιοδήποτε σχολείο συμμετέχει στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, με μηδενικό κόστος, δηλαδή χωρίς να πληρώνει δίδακτρα. Πιο συγκεκριμένα, το κράτος χρηματοδοτεί το κάθε σχολείο με ένα προκαθορισμένο ετήσιο ποσό ανά μαθητή, π.χ. 8000 ευρώ ανά έτος. Από εκεί και πέρα το σχολείο λειτουργεί ως ανεξάρτητος και αυτόνομος οργανισμός, χρησιμοποιώντας τη συγκεκριμένη χρηματοδότηση για επιλογή, πρόσληψη και μισθοδοσία των καθηγητών, απόκτηση υλικοτεχνικής υποδομής, συντήρηση των εγκαταστάσεων, κ.λπ. Επιπρόσθετα, το κάθε σχολείο έχει το δικαίωμα και αρμοδιότητα να προσλαμβάνει με δικά του αξιοκρατικά κριτήρια τους κατάλληλους καθηγητές. Το σύστημα αυτό εφαρμόζεται σε μεγάλο βαθμό σε χώρες του εξωτερικού, στις οποίες περιλαμβάνονται εννέα από τις είκοσι χώρες με τη ψηλότερη κατάταξη στο PISA 2018, και που εφαρμόζουν μια μορφή «Επιλογής Σχολείου», που σε ορισμένες περιπτώσεις η χρηματοδότηση των σχολικών μονάδων περιλαμβάνει πέραν των άλλων και κάποιας μορφής κουπόνια, ή κάποιας μορφής φοροαπαλλαγή. Σύμφωνα με τoν Καθηγητή Τσαρλς Γκλεν, οι περισσότερες δυτικές δημοκρατίες ήδη εφαρμόζουν μερική η ολική χρηματοδότηση μη κρατικών σχολείων. Σ’ αυτές, φυσικά, δεν περιλαμβάνονται η Ελλάδα και η Κύπρος.
Ίσως η σημαντικότερη συνέπεια του πιο πάνω συστήματος της «Επιλογής Σχολείου» είναι η αναβάθμιση της ποιότητας με εντατικοποίηση της ευγενούς άμιλλας και υγιούς ανταγωνιστικότητας των σχολείων. Στο πλαίσιο του συστήματος της «Επιλογής Σχολείου», αναπτύσσεται ένας υγιής ανταγωνισμός μεταξύ των σχολείων για προσέλκυση μαθητών. Έτσι δίδονται κίνητρα στα σχολεία για ανάπτυξη καλύτερων εγκαταστάσεων και υλικοτεχνικής υποδομής και εργοδότηση καλύτερων καθηγητών και άλλου ανθρώπινου δυναμικού, για την όσο το δυνατό μεγαλύτερη ικανοποίηση των εκπαιδευτικών αναγκών των μαθητών και των γονιών (πελατών) τους. Γιατί οι μαθητές έχουν την επιλογή να αλλάξουν σχολείο αν δεν είναι ικανοποιημένοι από την ποιότητα της εκπαίδευσης που τους παρέχεται. Επιπρόσθετα, δημιουργείται και εσωτερικός ευγενής ανταγωνισμός σε κάθε σχολείο μεταξύ των καθηγητών του, τα σχολεία έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν και να εργοδοτούν τους καθηγητές τους εκτός του εκτρώματος του σημερινού εκπαιδευτικού συστήματος που ονομάζεται ‘κατάλογος διορισθέντων’. Επιπλέον, τα σχολεία ενθαρρύνουν τους καθηγητές να γίνονται όλο και καλύτεροι, αυξάνοντας το διδακτικό επίπεδο και ποιότητα του σχολείου, δίδοντας μισθολογικές αυξήσεις με βάση την απόδοση και αξιολόγηση του καθηγητή και όχι με βάση τα χρόνια υπηρεσίας. Δεν είναι καθόλου σπάνιο ακόμη και τώρα σε ιδιωτικά σχολεία, καθηγητές με λιγότερα από 5 χρόνια υπηρεσίας στο σχολείο να έχουν υψηλόβαθμες θέσεις, ενώ καθηγητές που δεν αποδίδουν απολύονται, κάτι ανήκουστο για τα δημόσια σχολεία.
Ενώ ο μη υγιής ανταγωνισμός οδηγεί στην ανισότητα, στη φτώχεια και στο μίσος, ο υγιής ανταγωνισμός και ανταγωνιστικότητα γενικότερα είναι παράγοντες πρωταρχικής σημασίας στο σύγχρονο μοντέρνο κόσμο που ζούμε, γιατί οδηγεί στην ποιότητα. Ανάμεσα στα δώρα του υγιούς ανταγωνισμού είναι η μείωση της απόλυτης φτώχειας από 94.4% το 1820 σε 9.6% το 2015 (Our World – Our Data) παρά την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού από σχεδόν ένα δισεκατομμύριο σε πάνω από επτά δισεκατομμύρια το 2015, διαψεύδοντας έτσι τις μαλθουσιανές θεωρίες. Με την υιοθέτηση του συστήματος της «Επιλογής Σχολείου» στη Κυπριακή Δημοκρατία, δημιουργείται ένα αποκεντρωμένο πεδίο ίσων ευκαιριών για όλους τους κάτοικους της Κυπριακής Δημοκρατίας με επίκεντρο τους μαθητές και καθηγητές. Σε ένα καθαρά μαθητοκεντρικό σύστημα όπως το προτεινόμενο της «Επιλογής Σχολείου», οι μαθητές από χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα δεν θα είναι πια εγκλωβισμένοι σε χαμηλής ποιότητας σχολεία, αλλά θα έχουν ίσες ευκαιρίες με τα παιδιά ψηλών κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων που σήμερα έχουν τη δυνατότητα φοίτησης σε ποιοτικά ιδιωτικά σχολεία, και θα έχουν την οικονομική άνεση να φοιτήσουν σε οποιοδήποτε ποιοτικό σχολείο επιθυμούν.
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
Κλείνοντας το άρθρο μου, εισηγούμαι μερικά μεταβατικά πρακτικά μέτρα για υλοποίηση του πιο πάνω προτεινόμενου συστήματος «Επιλογής Σχολείου», ως ακολούθως:
• Μείωση του ΦΠΑ από 19% σε 5% για μαθητές και φοιτητές σε σχολικά είδη και είδη τεχνολογίας. Επιστροφή του 14% μέσω της φορολογικής δήλωσης, ανεξάρτητα του αν το εισόδημα του γονέα είναι φορολογήσιμο ή όχι, με την εισαγωγή αυτοματοποιημένου κωδικού που θα εκδίδει το κατάστημα στην απόδειξη.
• Δικαίωμα σε δήμους/κοινότητες να αναλάβουν τη πλήρη διοίκηση και διαχείριση των δημοσίων σχολείων εντός των ορίων τους.
• Δικαίωμα σε ιδιώτες για ίδρυση, διοίκηση και διαχείριση νέων η προ-υπαρχόντων σχολείων.
• Διδασκαλία της ίδιας βασικής ύλης σε όλα τα σχολεία που θα ενταχθούν στο σύστημα Επιλογής Σχολείου και απονομή ισότιμων απολυτηρίων. Τούτο σημαίνει ότι όλα τα σχολεία θα διδάσκουν κατ’ ελάχιστον την ύλη των αναλυτικών προγραμμάτων που θα καθορίζει το Υπουργείο Παιδείας, όλοι οι μαθητές και τελειόφοιτοι γυμνασίων και λυκείων θα παρακάθονται σε κρατικές παγκύπριες εξετάσεις, και στους τελειόφοιτους λυκείων θα εκδίδεται κρατικό παγκύπριο απολυτήριο.
• Δημοσίευση ετήσιων στατιστικών στοιχείων ανά σχολείο για τα αποτελέσματα στις παγκύπριες εξετάσεις, για να μπορεί ο γονιός να διαλέγει το σχολείο που επιθυμεί να φοιτήσει το παιδί του καθώς και για αξιολόγηση των καθηγητών και χορήγηση ‘bonus’ σε όσους καθηγητές το αξίζουν.
• Πρόσληψη, ανέλιξη και όπου επιβάλλεται απόλυση του ανεπαρκούς και αναποτελεσματικού διδακτικού προσωπικού, και καθορισμός των όρων συμβολαίου/εργοδότησης (μισθός, ώρες εργασίας, κ.λπ.) από κάθε σχολείο. Ο εργοδότης μπορεί να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε κριτήρια επιθυμεί για πρόσληψη και καθορισμό της αμοιβής, ανεξάρτητα του «Καταλόγου Διορισθέντων», των ετών εργασίας και κρατικών εξετάσεων υποψηφίων καθηγητών.
• Δικαίωμα του κάθε σχολείου να χρησιμοποιεί τη δική του αντικειμενική μεθοδολογία επιλογής και εισδοχής των μαθητών του (π.χ. εξετάσεις, κλήρωση, περιοχή διαμονής, κ.λπ.).
*Ο Γρηγόρης Α. Ορφανίδης είναι τελειόφοιτος μαθητής Μέσης Εκπαίδευσης.