Έρχονται στη μνήμη τα παιδικά μου χρόνια, της ηλικίας του δημοτικού (1947-1953), που οι γονείς μου με έστελναν με το γαϊδούρι να αλέσω σιτάρι στον αλευρόμυλο στη Μύρτου. Στην διαδρομή περνούσα μπροστά από τα καφενεία της μουσουλμανικής κοινότητας της Καμπυλής, όπου οι θαμώνες (εκ των οποίων κάποιοι ήταν γνωστοί και φίλοι με τον πατέρα μου), με προσκαλούσαν να καθίσω για ξεκούραση. Στο τέλος έφευγα με τις τσέπες μου γεμάτες με τα λουκούμια που μου κερνούσαν. Ένας τακτικός επισκέπτης στον Λάρνακα ήταν ο καλοσυνάτος Χουσεΐν από την Καμπυλή, που εργαζόταν στο Υγειονομείο και η δουλειά του ήταν να ψεκάζει με DDT τις κολύμπες (από το κολυμπώ) στους ποταμούς και τις δεξαμενές, για τα κουνούπια. Μιας και μίλησα για τακτικούς επισκέπτες του χωριού της εποχής εκείνης, θα αναφέρω και τον βρακά τον ταχυδρόμο (δε θυμούμαι το όνομα), που ερχόταν με το γαϊδούρι του τρείς φορές την εβδομάδα και έφερνε την πόστα=ταχυδρομείο από την Μύρτου και την παρέδιδε στο καφενείο του Καρπή, του μουχτάρη, (=κοινοτάρχη). Η διαδρομή του ήταν ο κύκλος από το ταχυδρομικό κέντρο στην Μύρτου-Καμπυλή-Λάρνακας-Αγριδάκι-Σύσκληπος-Άγιος Ερμόλαος-Κοντεμένος-Ασώματος-Μύρτου, για να παραδώσει και να παραλάβει το ταχυδρομείο από αυτά τα χωριά. Άλλος τακτικός επισκέπτης της περιοχής ήταν ο Λοής από τον Κοντεμένο, ένας ευχάριστος χαρακτήρας και πολύ καλός άνθρωπος που ερχόταν με το γαϊδούρι για αγοραπωλησίες και ανταλλαγές μικρών προϊόντων, πχ. αν αγόραζες κάτι και δεν είχες λεφτά να πληρώσεις, τον ξοφλούσες με αυγά ή άλλα προϊόντα της δικής σου παραγωγής. Έτσι γινόταν το τοπικό εμπόριο της εποχής. Ερχόταν κάποτε και ένας καμηλάρης από το Διόριος με 3-4 καμήλες για την μεταφορά προϊόντων. Εδώ εύρισκε την ευκαιρία η μάνα μου να με περάσει κάτω από την καμήλα για να μου φύγει ο φόβος, όπως έλεγαν. Υπήρχαν και άλλοι που ερχόντουσαν κατά καιρούς με τα γαϊδούρια τους από την Πιτσιλιά και έφερναν κρασί μέσα σε ασκούς και σε αντάλλαγμα έπαιρναν όσπρια και σιτηρά. Η φιλοξενία στις δόξες της, όλοι να προσφερθούν να τους φιλοξενήσουν για διανυκτέρευση στο σπίτι τους (λόγω της μακρινής απόστασης από το χωριό τους). Όταν πήγαινε κάποιος ξένος στο καφενείο, τον κερνούσαν όλοι οι θαμώνες, έστω και αν δεν ήξεραν ποιος είναι. Το πρώτο κεραστηκό ήταν ο καφές ή λεμονάδα και ακολουθούσαν τα «φέρτου και από εμένα», οπότε ο καφετζής του έπαιρνε ένα λουκούμι και αν δεν του άρεσαν τα λουκούμια του έδιδε μια σπιριτιά. Όταν είχαν ξένους στο σπίτι τους, φρόντιζαν να τους φιλοξενήσουν με ότι καλύτερο είχαν. Βλέπετε, δεν έλεγαν έχω επισκέπτες ή έχω φιλοξενούμενους. Έλεγαν «έχω ξένους» διότι θεωρούσαν ότι ο κάθε ξένος ήταν ευπρόσδεκτος φιλοξενούμενος ή επισκέπτης. Ταύτισαν την λέξη ξένος με την λέξη φιλοξενούμενος. Έτσι ήταν ο κόσμος της εποχής εκείνης.
Ο νους όμως με ταξιδεύει και μόλις αναφερθώ σε κάτι, το συνδυάζει αμέσως με κάτι άλλο και με μεταφέρει συνέχεια από το ένα σκηνικό στο άλλο. Επειδή όμως μου αρέσει πολύ αυτή η πορεία των αναμνήσεων, θα τον αφήσω να με ταξιδέψει ακόμα λίγο. Πριν την καταπολέμηση των κουνουπιών με το DDT, οι υδροβιότοποι ήταν γεμάτοι ζωή. Οι κολύμπες των ποταμών και οι δεξαμενές ήταν γεμάτες με βατράχια και καβούρια μέχρι και το μέγεθος της παλάμης. Κάποτε στις κολύμπες βρίσκαμε και αχέλεια. Τις νύχτες του καλοκαιριού άπλωνα μια μπατανία (κουβέρτα) της γούφας και ένα πάπλωμα , έξω στην ανώγειο βεράντα του σπιτιού μας και απολάμβανα το μεγαλείο της νυχτερινής φύσης. Ξάπλωνα και άκουα μέσα στο σεληνόφως, τις ασταμάτητες μελωδίες των βατράχων που συναγωνίζονταν με το θουπί (αποδημητικό νυχτοπούλι που μοιάζει με την κουκουβάγια, «μη σου γελάσει το θουπί μήτε το χελιδόνι, αν δεν λαλήσει ο τζίτζικας …») που κελαηδούσε τον δικό του σκοπό. Κατά διαστήματα παρέμβαινε η κουκουβάγια με τα κραυγαλέα μοιρολόγια της. Οι νυχτοκόρακες (μεγάλες μαύρες νυχτερίδες), συμμετείχαν με τα δικά τους τσιρίγματα λόγω των διαπληκτισμών τους για τα φοινίκια της αυλής μας. Τις πρώτες μεταμεσονύχτιες ώρες άρχιζε να φωνάζει και η αλεπού. Ο σκύλος μας, ο Μήδας, κάποτε δεν της έδινε σημασία και κάποτε την προειδοποιούσε με το γαύγισμά του να μην τολμήσει να έρθει στο κοτέτσι μας. Και εγώ να απολαμβάνω όλο αυτό το σκηνικό και να μετρώ τα άστρα μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Με την χρήση του DDT καταφέραμε να αλλοιώσουμε ανεπανόρθωτα την φύση, διότι αντί να εξαλείψουμε τα κουνούπια, εξαλείψαμε τα βατράχια, τα καβούρια και τα αχέλεια που ήταν οι κυνηγοί των κουνουπιών. Τώρα δεν ακούς την νύχτα ούτε βατράχια, ούτε νυχτοκόρακες ούτε θουπί. Η τελευταία φορά που άκουσα θουπί να κελαηδά ήταν γύρω στο 2010, όταν μετά την κηδεία συγγενικού προσώπου στις ελεύθερες περιοχές, η μοίρα με τράβηξε στα στενά δρομάκια του ΠέλλαΠαϊς (χωριό της μητέρας μου), αναλογιζόμενος τον πόνο της ψυχής όταν φεύγει στα ουράνια πριν μπορέσει να επιστρέψει στους τόπους που άφησε τις ρίζες της. Περπατούσα μέσα στην απόλυτη ηρεμία της νύχτας και ζούσα μέσα στην ατμόσφαιρα της παλαιάς εποχής ωσάν να μη είχε συμβεί τίποτε από τότε που μας έδιωξαν. Ούτε γαύγισμα σκύλου ούτε λαλιά, ούτε κανένας περαστικός. Απόλυτη ηρεμία, λες και το χωριό να ήταν ακατοίκητο. Όταν έφθασα στον μύλο του θείου μου του Αθανάση, άρχισε να κελαηδά ένα θουπί. Κάθισα σε μια πέτρα και απολάμβανα το κελάηδημά του μέσα στην απόλυτη ηρεμία της νύχτας, με τις αναμνήσεις να με ταξιδεύουν πίσω στα παλιά τα χρόνια που οι νύχτες ήταν γεμάτες ζωντάνια και μελωδίες.
Ιστοσελίδα: www.andreaspetroudis.com
Email: andreaspetroudis@gmail.com