Όσοι είναι καλοί γνώστες της ελληνικής ιστορίας ξέρουν ότι κατά τη διάρκεια της περσικής εκστρατείας εναντίον της Ελλάδας, με αρχηγό τον Ξέρξη, τον μέγα βασιλέα της Περσίας,  μερικές ελληνικές πόλεις που βρίσκονταν στην πορεία της διαδρομής του περσικού στρατού και, συγκεκριμένα, στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία, προσέφεραν στους εισβολείς γην και ύδωρ, δηλαδή παραδόθηκαν αμαχητί και άνευ όρων. Ο Ηρόδοτος, ο πατέρας της Ιστορίας, που εξιστορεί τα σχετικά γεγονότα, αναφέρει ότι οι ως άνω πόλεις εμήδισαν, για να αποφύγουν την καταστροφή και την ερήμωση. Την ίδια, όμως, στιγμή, οι κάτοικοι αυτών των πόλεων επέσυραν τη μήνιν των άλλων Ελλήνων και θεωρήθηκαν προδότες.

Όσοι, τώρα, είναι καλοί γνώστες της ελληνικής γλώσσας, ξέρουν ότι το ρήμα «μηδίζω» προήλθε από τη λέξη «Μηδία», γειτονική  χώρα της Περσίας, που, κατά κύριο λόγο, περιλάμβανε τα εδάφη του σημερινού Αζερμπαϊτζάν και του Κουρδιστάν και, που σε κάποια φάση της ιστορίας της, κατακτήθηκε από τους Πέρσες, για να αποτελέσει στο εξής αναπόσπαστο μέρος της περσικής αυτοκρατορίας. Στην αρχαία Ελλάδα, το ρήμα «μηδίζω» σήμαινε την υποταγή είτε την προσχώρηση στους Μήδους, δηλ. τους Πέρσες, είτε την υπεράσπιση των συμφερόντων τους. Σε άλλες περιπτώσεις, το ίδιο ρήμα σήμαινε ότι ζω και συμπεριφέρομαι ως Πέρσης.

Στην ελληνική γλώσσα υπάρχουν και άλλα ρήματα παρόμοια και ανάλογα με το «μηδίζω», όπως είναι το «ελληνίζω», που σημαίνει ότι μιμούμαι τους Έλληνες στη γλώσσα και στον τρόπο ζωής τους, το ρήμα «λακωνίζω», που σημαίνει ότι εκφράζομαι με συντομία και περιεκτικό τρόπο, ήτοι με λίγα λόγια και καλά, εξού και η ρήση «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν», και το ρήμα «λατινίζω», που σημαίνει ότι μιμούμαι τους Λατίνους ή υποστηρίζω τον καθολικισμό. Από αυτά τα ρήματα σχηματίζονται, ασφαλώς, και οι μετοχές αυτών των ρημάτων. Στον ενεστώτα ενεργητικής φωνής λέμε και γράφουμε: μηδίζω, ο μηδίζων, οι μηδίζοντες, – ελληνίζω, ο ελληνίζων, οι ελληνίζοντες, – λακωνίζω, ο λακωνίζων, οι λακωνίζοντες, – λατινίζω, ο λατινίζων, οι λατινίζοντες.

Χωρίς άλλο, με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Κύπρο και τον τρόπο που αντιμετωπίζουν ορισμένοι το εθνικό μας θέμα, προπαντός την πολιτική των Τούρκων αλλά και τις απαράδεκτες υποχωρήσεις της πλευράς μας, δημιουργήσαμε, κι αυτό σύμφωνα με τον γλωσσικό νόμο της αναλογίας, το ρήμα «τουρκίζω – ο τουρκίζων, οι τουρκίζοντες», για να χαρακτηρίσουμε τους ελληνόφωνους κατοίκους της Κύπρου, που με την πολιτική τους εξυπηρετούν και προωθούν, ως επί το πλείστον, τα τουρκικά συμφέροντα.

Οι σχεδόν τουρκίζοντες συμπατριώτες μας δεν χάνουν ευκαιρία για να φορτώνουν στην πλευρά μας την ευθύνη για την αποτυχία των συνομιλιών επίλυσης του Κυπριακού, που κράτησαν για μισό σχεδόν αιώνα και δεν απέδωσαν κανένα θετικό αποτέλεσμα, μολονότι με τις μέχρι τώρα υποχωρήσεις μας έγινε το ακατόρθωτο, έτσι που η πλειονότητα τού 82% να εξισωθεί με τη μειονότητα τού 18%. Σήμερα, η Τουρκία ενεργεί ως μια πειρατική χώρα και με την πολιτική της δημιούργησε εχθρικές σχέσεις με όλες σχεδόν τις γειτονικές της χώρες, ενώ στο εσωτερικό της επικρατεί κλίμα τρομοκρατίας, με χιλιάδες αντιφρονούντες πολιτικούς, στρατιωτικούς, δημοσιογράφους, καθηγητές πανεπιστημίων, λογοτέχνες, να σαπίζουν στις φυλακές. Κι όμως! Στην Κύπρο που υπέστη τα πάνδεινα από τους Τούρκους, βρίσκονται άτομα που δικαιολογούν τους εχθρούς μας. Με όλα αυτά, δικαιούται κανείς να χαρακτηρίζει τους πιο πάνω ως τουρκίζοντες ή, πιο ανώδυνα, ως σχεδόν τουρκίζοντες; Όσοι λιγουρεύονται την όποια λύση, καμώνονται τους προοδευτικούς και τους εξελιγμένους, αλλά, ουσιαστικά, πρόκειται για συντηρητικούς και οπισθοδρομικούς. Ένας πραγματικά προοδευτικός άνθρωπος σε καμιά περίπτωση δεν αποδέχεται την παροχή υπερβολικών προνομίων σε μια κοινότητα, ήτοι των Τουρκοκυπρίων, και τη μετατροπή των πολιτών της άλλης σε άτομα δεύτερης κατηγορίας. Μια τέτοια αντιμετώπιση μόνο ως ρατσιστική μπορεί να θεωρηθεί. Οι πραγματικά προοδευτικοί άνθρωποι ποτέ δεν συγκατατίθενται στον διαμοιρασμό της εξουσίας στη βάση εθνοτικών χαρακτηριστικών. Οι πραγματικά προοδευτικοί άνθρωποι αγωνίζονται σθεναρά, έτσι που κάθε πολίτης να έχει το δικαίωμα μιας και μόνο ψήφου. Οι σχεδόν τουρκίζοντες ελληνόφωνοι συμπολίτες μας διακηρύττουν, χωρίς καμιά τσίπα ντροπής, ότι εχθροί τους δεν είναι οι Τούρκοι, και ότι περιμένουν να αρθούν οι περιορισμοί για να μπορούν να πίνουν τον καφέ με τους Τούρκους φίλους τους, έστω και αν αυτοί συγκαταλέγονται στους κατακτητές μας και φέρουν μερίδιο ευθύνης για τα δεινά, που υπέστη ο λαός και επεσώρευσαν στον τόπο μας.

Και το χειρότερο! Οι σχεδόν τουρκίζοντες δημοσιογράφοι, πολιτικοί, συνδικαλιστές και άλλοι βρίσκουν πάντοτε τον τρόπο να δικαιολογήσουν κάθε παράνομη ενέργεια των Τούρκων ή να σπείρουν αμφιβολίες για τα δικά μας δίκαια ή, ακόμη, να αμφισβητήσουν δικές μας επιτυχίες αναφορικά με την αντιμετώπιση του εθνικού μας θέματος. Κύριος ρόλος τους να θολώνουν τα νερά!

Ό, τι υπολείπεται να λεχθεί είναι κατά πόσο οι ως άνω «καλοθελητές» πρέπει να χαρακτηρίζονται ως σχεδόν τουρκίζοντες ή, απλώς, τουρκίζοντες. Ουδέν άλλο! Τοις φρονίμοις ολίγα!    

*Φιλόλογος