Η Πενταμερής, οι Διερευνητικές και οι ελιγμοί της Τουρκίας. Αποτελεί κοινή διαπίστωση, επιβεβαιωμένη μάλιστα και από τα ιστορικά γεγονότα ότι η Τουρκία θεωρεί τις συμβάσεις που υπογράφει, και όταν ακόμα είναι αμφοτεροβαρείς, ως μέσο προώθησης των απωτέρων επιδιώξεών της, πολλώ μάλλον, όταν γνωρίζει ότι με την επιμονή της και τον άκρατο τραμπουκισμό της μπορεί να οδηγήσει σε υποχώρηση τους εμπλεκομένους. Από την εισβολήτου 1974 και μετά, μολονότι τα ψηφίσματα του ΟΗΕ απαιτούσαν την άμεση αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων, η Τουρκία υιοθέτησε μια παρελκυστική πολιτική με την ανοχή των μεγάλων δυνάμεων και την αδυναμία του Ελληνισμού να επιβάλει διά των όπλων τα δίκαιά του, με αποτέλεσμα σήμερα να έχει καταλάβει τη μισή Κύπρο, να έχει αλλοιώσει πληθυσμιακά τη σύνθεση του νησιού, ενώ εμείς να θεωρούμε μεγάλη κατάκτηση αν γίνει δεκτή η διζωνική ομοσπονδία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι λέγοντας διζωνική οι Τούρκοι, εννοούν δύο διακριτά τμήματα του νησιού, το βόρειο και το νότιο, χωρίς προφανώς ελευθερία διακίνησης και εγκατάστασης. Φαίνεται μάλιστα ότι η μαξιμαλιστική τους προπαγάνδα για δύο χωριστά κράτη, δηλαδή για συνομοσπονδία προβάλλεται σκοπίμως, ώστε να δεχθούν ως υποχώρηση τη διατήρηση των γεωγραφικών ορίων των δύο κοινοτήτων μέσα στο πλαίσιο μιας ομοσπονδιακής λύσης. Η Τουρκία από μόνη της δεν πρόκειται να υποχωρήσει από τη λύση των δύο χωριστών κρατών,όσο της το επιτρέπουν οι πάτρωνές της, όπως είναι η Αγγλία, ως εγγυήτρια δύναμη. Η δήλωση του Υπουργού Εξωτερικών της ότι η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία είναι μια καλή βάση εκκίνησης της διαπραγμάτευσης είναι ένα μήνυμα στην Τουρκία ότι μπορεί να επιδιώξει το μείζον στους στόχους της και στην ελληνική πλευρά ότι πρέπει να συμβιβαστεί με τα τετελεσμένα της κατοχής. Η ίδια μάλισταη Αγγλία, ως εγγυήτρια δύναμη, δεν έπραξε τίποτα, για να αποτρέψει την κατάκτηση του νησιού. Ο αμερικανικός παράγοντας από την άλλη πλευρά μέχρι τώρα δεν φάνηκε διατεθειμένος, παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις των εκάστοτε Προέδρων να λύσει το Κυπριακό με βάση το Διεθνές Δίκαιο και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Τα πυρηνικά που έχουν οι ΗΠΑαποθηκευμένα στη βάση του Ινσιρλίκ με στόχο την τέως Σοβιετική Ένωση και νυν Ρωσία δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αλλαγής στη στάση τους. Το δηλώνουν άλλωστε οι Τούρκοι ξεκάθαρα,οι Αμερικανοί τους χρειάζονται για τον γεωστρατηγικό τους ρόλο και επομένως μια δραστική μεταβολή της πολιτικής τους σε βαθμό που να ωθήσει την Τουρκία στην αγκαλιά της Ρωσίας είναι πολύ δύσκολονα πραγματοποιηθεί. Αυτό που επέτυχε η Τουρκία με το πάγωμα του Κυπριακού επί 47 τώρα χρόνια ήταν να εμπεδώσει την πεποίθηση στον κόσμο ότι δύσκολα ανατρέπονται τα τετελεσμένα, πολύ περισσότερο όταν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, Ελλάδα και Κύπρος,δεν σχεδίασαν ποτέ σοβαρά την απώθηση των δυνάμεων εισβολής. Ο ΤούρκοςΥπουργός Εξωτερικών διακηρύσσει παντού ότι οι λύσειςπου προτείνει η Τουρκία, δηλαδή η επί ίσοις όροιςμοιρασιάτων θαλάσσιων φυσικών πόρωνμε τη μερίδα του λέοντος να κρατά η ίδια,είναι δίκαιες, όπως δίκαιη είναι γι’ αυτήν και η διχοτόμηση της Κύπρου και η με αυτόν τον τρόπο έμμεση ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρέπει όμως η Τουρκίανα εξηγήσει ποια δίκαιη πολιτική επιβάλλει να δολοφονεί τους Κούρδους, επειδή ζητούν την αυτονομία τους, όπως άλλωστε το δικαιούνται από τον ΚαταστατικόΧάρτη του ΟΗΕ. Η Τουρκία εφαρμόζει την επεκτατική πολιτική της όχι μόνο στην Ανατολική Μεσόγειογια λόγους γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς, αλλά και στοΑιγαίο και, όταν αισθάνεται απειλές κυρώσεων, τότεφορά το καλό τηςπροσωπείο, σύμφωνα με τις οδηγίες των πατρώνων της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για να επιστρέψει στη συνέχεια διεκδικητικά. Αποτελεί ελαφρότητα να πιστεύει κανείς πως ηΤουρκία θα αποδεχθεί ειρηνικά εκείνο πουπιστεύει ότι μπορεί να πετύχει διάτηςβίας,και η πρόταση ακόμα για συνάντηση των Υπουργών Εξωτερικών εντάσσεται στους γνωστούς τουρκικούς ελιγμούς, για να παραπλανήσει τους Ευρωπαίους, να παγιδεύσει εμάς, τους οποίους εμμέσως απειλεί με νέες NAVTEX. Επιδιώκει λυσσαλέα την αποστρατικοποίηση των νήσων, για να μπορεί να τις καταλάβει, λόγω της υπεροπλίας της, όπως έγινε στην περίπτωση της Κύπρου, χωρίς σοβαρές απώλειες. Θα έπρεπε βέβαια η Ελλάδα να αντιπροτείνει την αποστρατικοποίηση των παραλίων της Μικράς Ασίας και την απομάκρυνση του αποβατικού στόλου ως απόδειξη καλής θελήσεως και, αν επιμένουν στη γαλάζια πατρίδα, τότε καλό είναι τουλάχιστον η αδύναμη Ελλάδα να ψελλίσειέστω, αν όχι να βροντοφωνάξειγιατις δικές μας χαμένες πατρίδες. Τουλάχιστον, σε επίπεδο διεκδικήσεων, θα υπάρξει μια ισορροπία. Και στις Διερευνητικές, όπως και στην προσεχή Πενταμερή, προσπαθεί υπό το πρόσχημα μιας δήθεν ειρηνικής διευθέτησης των διαφορών να επιβάλει τους αναθεωρητικούς και μαξιμαλιστικούς της στόχους, και αυτόαποδεικνύεται από την πρόθεσή της να μετατραπεί σε πυρηνική και διαστημική δύναμη. Η ιστορία διδάσκει ότι η θρασύδειλη Τουρκία υποχωρεί μπροστά σε μια ανένδοτη και ισχυρή αμυντική στάση. Αυτός είναι και ο μονόδρομος για τη λύση των προβλημάτων με ένανγείτονα που καταπατά συνεχώς και εκ συστήματος το Διεθνές Δίκαιοκαι που μεταβάλλει τα τετελεσμένα σε δικαιικές πράξεις. Αυτή τη νοοτροπία των Τούρκωνσυνειδητοποιώνταςπριν 200 χρόνια οι γενναίοι πρόγονοί μας αποφάσισαν να τους αντιμετωπίσουν. Αυτό πρέπει να συνειδητοποιήσουμε και εμείς και να προετοιμαστούμε αναλόγως με μια σοβαρή εθνική προσπάθειαστον αμυντικό τομέα, γιατί είναι αλήθεια ότι οι διπλωματικές κινήσεις της Ελλάδας είναι εύστοχες και επιτυχείς. Πρωτίστως πρέπει να χαραχθεί μια Εθνική Στρατηγική σε όλους τους τομείς και κυρίως στην Άμυνα και στονΠολιτισμό. Αυτό είναι ένα στοίχημα που πρέπει όλοι οι Έλληνες πολιτικοί να κερδίσουν. Το απαιτεί η μακραίωνη ιστορία μας, το απαιτεί το μέλλον μας.
* Καθηγητής Πανεπιστημίου, Πρόεδρος του Φ. Σ. ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ.