Γράφω το πιο κάτω σημείωμα επ’ ευκαιρία της τελευταίας συνεδρίας της Επιτροπής Νομικών της Βουλής ημ 17/3/21 και των ανακοινώσεων που εκδόθηκαν την επομένη. Η Ανεξάρτητη Αρχή Κατά Της Διαφθοράς είναι ένας πάρα πολύ σημαντικός θεσμός, που αν κτιστεί σωστά και κυρίως αν στελεχωθεί από ικανά και ακέραια άτομα μπορεί να βοηθήσει σημαντικά τον τόπο στην καταπολέμηση της διαφθοράς. Είχα την ευκαιρία να συμμετέχω στις συζητήσεις για τον νόμο αυτό στην Επιτροπή Νομικών της Βουλής εδώ και πολύ καιρό. Συμμετέχω εκπροσωπώντας την Πλατφόρμα ομάδων πολιτών ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΩΡΑ. Παραθέσαμε θέσεις και προτάσεις, γραπτώς και προφορικώς στην Επιτροπή.

Μου προκάλεσε εντύπωση και πιστεύω είναι άξιον αναφοράς το γεγονός ότι ενώ η κυβέρνηση δια του Προέδρου της Δημοκρατίας επανειλημμένα διακήρυξε, ειδικά μετά το “σκάνδαλο Aljazeera”, τη μεγάλη σημασία που προσδίδει στον υπό εκκόλαψη αυτό Νόμο, η εντύπωση που δίνει πόρρω απέχει από το να ισχύει κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα:

Η Κυβέρνηση ουδέποτε εκπροσωπήθηκε στις συνεδρίες από πολιτικό πρόσωπο. Παρίστανται μόνο υπηρεσιακοί (του Υπουργείου Δικαιοσύνης) και οι απαντήσεις τους είναι πάντα τεχνικής φύσης. Κι όμως η συζήτηση για τις εξουσίες, τις αρμοδιότητες, τον τρόπο επιλογής και τα προσόντα των μελών της Αρχής, που είναι εξόχως πολιτικά θέματα, χρειάζονται πολιτικά πρόσωπα να τα συζητήσουν, όχι τεχνοκράτες. Άρα τελικά, στην ουσία, συζήτηση με την κυβέρνηση ουδέποτε έγινε.

Έγινε τουλάχιστον συζήτηση με το κυβερνών κόμμα στην Επιτροπή; Ο πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών, Γιώργος Γεωργίου, τυγχάνει να είναι του κυβερνώντος κόμματος και βέβαια νομικός. Θα μπορούσε εύλογα να αναμένει κανείς από αυτόν τουλάχιστο την ενεργή συμμετοχή του στην πολιτική συζήτηση στα κεφαλαιώδους σημασίας θέματα αρχής που τέθηκαν. Δυστυχώς περιορίστηκε στην καταγραφή των θεμάτων και ερωτήσεων –κάτι σαν γραμματέα μου θύμιζε– ενίοτε αναφωνώντας «οι εισηγήσεις σας καταγράφονται». Ομοίως, ούτε από τους βουλευτές του ΔΗΣΥ έγινε οποιοδήποτε σχόλιο σε απάντηση των θεμάτων αρχής που τέθηκαν. Άρα ούτε από το κυβερνών κόμμα έγινε συζήτηση. Καμία απολύτως ένδειξη βούλησης για ειλικρινή πολιτική συζήτηση. Θα έλεγα μάλιστα ότι το μήνυμα που μεταδιδόταν ήταν ένα αλαζονικό «εμείς αδιαφορούμε για τις θέσεις σας, θα σας φέρουμε ό,τι θέλουμε για ψήφιση την ερχόμενη βδομάδα, κι αν δεν περάσει εσείς (η αντιπολίτευση) θα φταίτε!».

Ποια είναι όμως τα μεγάλα θέματα που, σωστά κατά την άποψή μου, τέθηκαν για αλλαγή τόσο από την αντιπολίτευση, όσο και από τις ΜΚΟ, τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και τον Γενικό Ελεγκτή;

1. ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΛΩΝ: Η κυβέρνηση επιμένει μόνη αυτή να διορίζει τα μέλη (το Υπουργικό Συμβούλιο). Η κοινή λογική όμως επιτάσσει ότι η επιλογή πρέπει να είναι κοινής αποδοχής, με συναίνεση όλων των πολιτικών δυνάμεων. Ειδικά για το θέμα αυτό, δηλαδή το όργανο κατά της διαφθοράς, η ίδια η κυβέρνηση θα έπρεπε να ζητά την από κοινού επιλογή. Προτάσσει μάλιστα το επιχείρημα ότι η εξουσία αυτή της κυβέρνησης καθορίζεται από το Σύνταγμα και θα ήταν αντισυνταγματική η παραγκώνιση της. Οι ανεξάρτητοι αξιωματούχοι όμως που αναφέρονται στο σύνταγμα ως αποκλειστική εξουσία της κυβέρνησης να διορίζει, είναι συγκεκριμένοι: Ο Γενικός Εισαγγελέας, Γενικός Ελεγκτής, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όλοι οι άλλοι ανεξάρτητοι αξιωματούχοι που έχουμε σήμερα, όπως Επίτροπος Διοίκησης, Περιβάλλοντος, Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα κ.ά., δεν προβλέπονται στο Σύνταγμα ούτε άμεσα ούτε έμμεσα να είναι στην αποκλειστική ευχέρεια της κυβέρνησης να διορίζει. Επομένως το επιχείρημα αυτό δεν ισχύει και η πρόταξη του μάλλον στο «προφάσεις εν αμαρτίαις» παραπέμπει. Η κυβέρνηση θέλει να διορίζει η ίδια με το έτσι θέλω και τον Επίτροπο Διαφάνειας (ο πρόεδρος της Αρχής). Ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος κατέθεσε στη συνεδρία της 17/3/21 μια ενδιαφέρουσα και πρακτική πρόταση: Μια ανεξάρτητη ad hoc επιτροπή ευρείας σύνθεσης (κόμματα, ΠΔΣ, Γ. Ελεγκτης κ.ά.) να ετοιμάζει κατάλογο προτεινομένων προσώπων που να πληρούν τα κριτήρια και από αυτόν τον κατάλογο το Υπουργικό Συμβούλιο να επιλέγει. Μάλλον δεν θα εισακουστεί και σε κάθε περίπτωση είναι πολύ αργά για την παρούσα Βουλή. 

2. ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ: Είναι κεφαλαιώδους σημασίας οι εξουσίες της Αρχής να μην περιορίζονται στη διερεύνηση περιπτώσεων διαφθοράς ή εν δυνάμει διαφθοράς αλλά να έχει και εξουσία ποινικής ανάκρισης. Χωρίς αυτή την εξουσία η Αρχή θα είναι «χωρίς δόντια». Στην ουσία, θα χάνεται πολύτιμος χρόνος μέχρι να αναλάβει η Αστυνομία ή ο ad hoc ποινικός ανακριτής, με επιπλέον ορατό τον κίνδυνο απώλειας τεκμηρίων στο μεσοδιάστημα. Επίσης, η Αστυνομία ή ο ποινικός ανακριτής δεν θα διαθέτουν την εξειδικευμένη πείρα και τεχνογνωσία σε θέματα δίωξης της διαφθοράς που αναμένεται και πρέπει να διαθέτει η Αρχή, Η εξουσία αυτή λοιπόν λείπει στον νόμο ως έχει τώρα, χωρίς η κυβέρνηση να μας εξηγά γιατί. Δίδει κάθε δικαίωμα στην κοινωνία να θεωρεί εύλογα –ειδικά αυτές τις μέρες που είναι για αυτήν σε πενία η έξωθεν καλή μαρτυρία– ότι η παράλειψη αυτή είναι εσκεμμένη. Δηλαδή να προτιμά αδύναμη Αρχή. 

Η κυβέρνηση όλον αυτόν τον καιρό κινήθηκε με ρυθμούς χελώνας, κάτι σαν «κατενάτσιο» σε ποδοσφαιρικούς όρους, δηλαδή εσκεμμένη καθυστέρηση. Φθάσαμε έτσι στο παραπέντε της παρούσας Βουλής και ο Νόμος που πάει –όπως όλα δείχνουν– για ψήφιση είναι ανεπαρκέστατος, με ορατό τον κίνδυνο να καταψηφισθεί. Άποψη μου είναι –και λυπούμαι που το λέω– ότι είναι καλύτερα να μην υπάρχει αδύναμη Ανεξάρτητη Αρχή Κατά της Διαφθοράς.