Πρόσφατα είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε στον «Φιλελεύθερο» δύο ενδιαφέρουσες ιστορικές αναλύσεις: η μια γραμμένη από τον Άριστο Κάτση και η άλλη από τον Νίκο Χρ. Χαραλάμπους. Ο πρώτος ενδιέτριψε στο κατά πόσο ήταν σωστή ή λάθος η απόφαση του ΑΚΕΛ να συμμετάσχει στη Διασκεπτική – καταλήγοντας ότι ήταν σωστή – και ο δεύτερος στο κατά πόσο η Διασκεπτική ήταν ή όχι μια χαμένη ευκαιρία – καταλήγοντας ότι όντως ήταν μια χαμένη ευκαιρία. Ήθελα επί του προκειμένου να προσθέσω και μια τρίτη ανάλυση, αν όχι για αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, για διεύρυνση της γνώσης με την έκφραση μιας άλλης άποψης επί του συγκεκριμένου θέματος και για πληρέστερη ενημέρωση των αναγνωστών σας.
Πρώτα να δούμε κατά πόσο η Διασκεπτική ήταν μια χαμένη ευκαιρία ή όχι. Να υπενθυμίσουμε ότι το μήνυμα που εξέπεμπαν οι Άγγλοι με την εξαγγελία του κυβερνήτη Lord Winster στις 4 Απριλίου 1947, μια μόλις εβδομάδα μετά την άφιξή του στην Κύπρο, για τη σύγκληση της Διασκεπτικής ήταν ότι αντιπροσωπευτικοί παράγοντες από την ελληνική και τουρκική κοινότητα θα κάθονταν σε ένα τραπέζι, μαζί με εκπροσώπους των Άγγλων και θα αποφάσιζαν για ένα σύνταγμα που θα εφαρμοζόταν στην Κύπρο. Οι Άγγλοι προέβησαν στην κίνηση αυτή αφενός μεν ως αναγνώριση της συμμετοχής των Κυπρίων μέσα από τις τάξεις του βρετανικού στρατού στη συντριβή του χιτλεροφασισμού και αφετέρου για να δείξουν στη διεθνή κοινότητα ότι πειθαρχούν στις αρχές και στις πρόνοιες του Χάρτη του Ατλαντικού που είχε συμφωνηθεί μεταξύ Churchill και Roosevelt το 1941 και ο οποίος καθόριζε την παγκόσμια τάξη που θα επικρατούσε μετά τη λήξη του πολέμου και έμελλε να γίνει αναπόσπαστο μέρος του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, που βρισκόταν ήδη στα σκαριά. Βασική πρόνοιά του ήταν να δοθεί το δικαίωμα στους υπόδουλους λαούς της γης να επιλέξουν το μέλλον τους με ελεύθερη βούληση μέσα από την παροχή αυτοδιάθεσης.
Οι συνταγματικές προτάσεις που οι Άγγλοι έθεσαν στο τραπέζι της Διασκεπτικής, κάθε άλλο παρά μπορούσαν να οδηγήσουν την Κύπρο σε ένα καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας. Αντίθετα προέβλεπαν για ένα καθεστώς που θα διαιώνιζε την παραμονή τους στο νησί. Το νομοθετικό σώμα που προνοούσαν οι προτάσεις τους, το Νομοθετικό Συμβούλιο όπως αποκαλείτο, δεν είχε καμιά μα καμιά εξουσία. Αντίθετα εξευτέλιζε κάθε δημοκρατική αρχή διακυβέρνησης και αυτούς που συμμετείχαν σ’ αυτό, αφού:
• για να τεθεί ένα θέμα προς συζήτηση ενώπιον του χρειαζόταν η εκ των προτέρων έγκριση του Κυβερνήτη.
• αν το Νομοθετικό Συμβούλιο θέσπιζε ένα νόμο, ο Κυβερνήτης είχε τη δυνατότητα να τον αγνοήσει ρίχνοντάς τον στον κάλαθο των αχρήστων και
• αν το Νομοθετικό Συμβούλιο απέρριπτε μια πρόταση νόμου ο Κυβερνήτης είχε την εξουσία να την εφαρμόσει ως κανονικό νόμο με Βασιλικό Διάταγμα.
Άρα για ποιο Σύνταγμα μιλούμε που σταδιακά θα οδηγούσε σε πλήρη ανεξαρτησία; Μα επ’ αυτού είχαν ήδη εκφραστεί αρνητικές κρίσεις και από πλευράς ΑΚΕΛ. Ο ΓΓ του ΑΚΕΛ Φιφής Ιωάννου όπως γράφει στο βιβλίο του «Έτσι άρχισε το Κυπριακό (σ. 281) ήταν ένα σύνταγμα: ”Μαγειρευμένο στο Υπουργείο Αποικιών!!”» Σε τρόπο που να μην έλκυε κανένα! Ένα σύνταγμα αντιδημοκρατικό, που θα ήταν τόσον απαράδεκτο, ώστε να αναγκαζόντουσαν πια οι συμμετέχοντες στη Διασκεπτική ή να το απορρίψουν και να δημιουργηθεί αδιέξοδο ή να το δεχθούν και να γελοιοποιηθούν’’. Το γεγονός ότι οι Έλληνες και οι Τούρκοι θα εκπροσωπούνταν στο νομοθετικό σώμα με βάση την πληθυσμιακή αναλογία, όπως άλλωστε συνέβαινε και με τα δυο προηγούμενα συντάγματα που παραχώρησαν οι Άγγλοι το 1882 και 1925 δεν είχε καμιά μια καμιά σημασία. Αφού στο τέλος της ημέρας το Νομοθετικό Συμβούλιο δεν είχε καμιά δυνατότητα ένεκα των αυξημένων εξουσιών του Κυβερνήτη να απορρίπτει νόμους που θεσπίστηκαν ή να υιοθετεί προτάσεις νόμων που απορρίφτηκαν. Άρα δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Άγγλοι προέβαιναν με τη Διασκεπτική σ’ αυτή τη «γενναιόδωρη» παραχώρηση.
Στο Σύνταγμα του 1982 οι Έλληνες εκπρόσωποι στο Νομοθετικό Συμβούλιο ανέρχονταν σε εννιά αντιπροσώπους και οι Τούρκοι σε τρεις. Αλλά με τους έξι αντιπροσώπους που διορίζονταν από τον Κυβερνήτη το άθροισμα των Τούρκων και των διορισμένων αντιπροσώπων ισαριθμούσε με τους Έλληνες αντιπρόσωπους, πράγμα που εξουδετέρωνε κάθε δυνατότητά τους να υπηρετήσουν τον τόπο. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και με το Σύνταγμα του 1925, με το οποίο οι Έλληνες αντιπρόσωποι αυξήθηκαν μεν στους 12 έναντι τριών Τούρκων, αλλά και οι διορισμένοι αντιπρόσωποι επίσης αυξήθηκαν στους εννιά. Και πάλι το άθροισμα των Τούρκων και των διορισμένων αντιπροσώπων ισαριθμούσε με τους Έλληνες αντιπροσώπους, πράγμα που και πάλι εξουδετέρωνε κάθε δυνατότητά τους. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εκπρόσωποι των Ελλήνων και Τούρκων στο Νομοθετικό Συμβούλιο ήταν στη βάση της αναλογίας του πληθυσμού των δύο κοινοτήτων, όπως προτάθηκε και στη Διασκεπτική, ήταν άνευ σημασίας. Στα 50 χρόνια ιστορίας των συνταγματικών προτάσεων που οι Άγγλοι παραχώρησαν στους Κυπρίους, μέχρι το 1931 που κατάργησαν κάθε συνταγματική πρόνοια, μόνο δυο ή τρεις φορές οι Έλληνες και Τούρκοι αντιπρόσωποι συμφώνησαν και ψήφισαν με τον ίδιο τρόπο. Και στις μια ή δυο περιπτώσεις που οι Έλληνες αντιπρόσωποι επιχείρησαν να εγγράψουν και να συζητήσουν το Κυπριακό στο Νομοθετικό Συμβούλιο αντιμετώπισαν την οργίλη αντίδραση των Τούρκων και διορισμένων αντιπροσώπων που τους ανάγκασε να μην επαναλάβουν την προσπάθειά τους ποτέ.
Αλλά και οι Άγγλοι ποτέ δεν θα άφηναν να εξελιχθεί το καθεστώς που θα πρότειναν σε πλήρη ανεξαρτησία της Κύπρου. Η άποψη ότι οι συνταγματικές πρόνοιες που προτάθηκαν στη Διασκεπτική από τους Άγγλους σταδιακά θα οδηγούσαν, με τη συνεργασία Ελλήνων και Τούρκων, σε πλήρη ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση αποτελεί συνεπώς ένα μύθο. Αναφέρεται, συναφώς, ότι όταν 11 Δεκεμβρίου 1946 ο υπουργός Αποικιών Sir Arthur Creech Jones μιλούσε στη Βουλή των Κοινοτήτων για την επικείμενη σύγκληση της Διασκεπτικής, αναφερόμενος στην εσωτερική διακυβέρνηση της Κύπρου που είχε υπόψη της η βρετανική κυβέρνηση των Εργατικών με πρωθυπουργό τον Clement Attlee είπε ότι «…δεν πρόκειται να υπάρξει μεταβολή εις το καθεστώς της νήσου…» και ότι «…η Κύπρος θα παραμείνει υπό βρεττανικήν κυριαρχίαν ως πολύτιμος και έμπιστος συνεταίρος, μετέχουσα από κοινού της ισχύος της Βρεττανικής Κοινοπολιτείας’’. (Βλ. Ανδρέας Φάντης, Η Συμβουλευτική Συνέλευση, σσ. 116-117).
Το ίδιο βέβαια, αλλά με άλλα λόγια, επανέλαβαν με πάσαν σαφήνεια και άλλοι Άγγλοι πολιτικοί με αποκορύφωμα τη δήλωση του Βρετανού υφυπουργού Αποικιών Henry Hopkinson στη Βουλή των Κοινοτήτων, στις 28 Ιουλίου 1954, με το διαβόητο Ουδέποτε. Μιλώντας στη Βουλή για την Κύπρο ο Hopkinson είχε πει με τρόπο που δεν άφηνε καμιά αμφιβολία για την τύχη της ότι: «Είναι ευνόητον και κοινώς παραδεδεγμένον ότι υπάρχουν μερικά εδάφη της Κοινοπολιτείας, τα οποία, λόγω των ειδικών περιστάσεων υπό τας οποίας ευρίσκονται δεν μπορούν ποτέ να ελπίζουν ότι θα είναι απολύτως ανεξάρτητα». (Βλ. Άγγελος Βλάχος, Δέκα χρόνια Κυπριακού. σ. 74).
Αυτά σε ό,τι αφορά το ερώτημα κατά πόσο η Διασκεπτική ήταν μια χαμένη ευκαιρία.
Και τώρα όσον αφορά κατά πόσο η απόφαση του ΑΚΕΛ να συμμετάσχει στη Διασκεπτική ήταν σωστή ή λάθος;
Με ό,τι αναφέρθηκαν πιο πάνω σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των συνταγματικών προτάσεων και των προθέσεων των Άγγλων δεν χρειάζεται άλλη επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της θέσης ότι σαφώς και ήταν λάθος η συμμετοχή του ΑΚΕΛ στη Διασκεπτική. Άλλωστε το ίδιο το κόμμα αποφάνθηκε με πάσα εγκυρότητα ότι όντως ήταν λάθος η συμμετοχή του. Να υπενθυμίσουμε ότι όταν η αντιπροσωπεία του ΑΚΕΛ αποτελούμενη από τον γ.γ. του κόμματος Φιφή Ιωάννου και τον γ.γ. της ΠΕΟ Ανδρέα Ζιαρτίδη επέστρεψε στην Κύπρο μετά την ιστορική συνάντησή τους στα βουνά της Ηπείρου τον Νοέμβριο του 1948 με τον γ.γ. του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη προκλήθηκε σοβαρή κρίση εντός του ΑΚΕΛ για τη στάση του στη Διασκεπτική. Να υπενθυμίσουμε, επίσης, ότι η αντιπροσωπεία υπέστη ψυχρολουσία από τον γ.γ. του ΚΚΕ για τη συμμετοχή του κόμματος στη Διασκεπτική. Και να υπενθυμίσουμε περαιτέρω ότι με την επιστροφή της στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 1948 η ΚΕ του κόμματος συνήλθε σε αλλεπάλληλες συνεδρίες (στις 15 Ιανουαρίου, 26 και 27 Φεβρουαρίου και 5 Μαρτίου 1949) και πήρε ομόφωνη απόφαση ότι σαφώς και ήταν λάθος η συμμετοχή του κόμματος στη Διασκεπτική. Η ΚΕ χαρακτήρισε αυτό το λάθος σαν «…μια φιλελεύθερη μικροαστική αντιμετώπιση του Ενωτικού Κυπριακού προβλήματος […] που ουσιαστικά το ευθυγράμμιζαν με τις διαθέσεις και τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού». (Βλ. ΑΚΕΛ, Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΚ και του ΑΚΕΛ, σ. 83).
Να επισημάνουμε περαιτέρω ότι ανακοίνωση που είχε εκδοθεί νωρίτερα από την ΚΕ του κόμματος στις 16 Ιανουαρίου 1949 έλεγε: «Η Κ.Ε. διακηρύττει ότι ο λαός της νήσου για ένα βασικό σκοπό ζει και για μια θεμελιώδη επιδίωξη αγωνίζεται: Να σπάσει τα αποικιακά πλαίσια που τον πνίγουν, να αποκατασταθεί εθνικά, να ενωθεί με τη μητέρα Ελλάδα». (Βλ. Σούλα Ζαβού, Τα Πολιτικά Κόμματα της Κύπρου στον 20ό Αιώνα, σ. 32).
Η αυτοκριτική του ΑΚΕΛ για την ένωση
Η απόφαση της ΚΕ του ΑΚΕΛ με την οποία αποφαινόταν ότι ήταν λανθασμένη η συμμετοχή του κόμματος στη Διασκεπτική επικυρώθηκε από το Στ’ Παγκύπριο Τακτικό Συνέδριο του κόμματος που συγκλήθηκε στη Λεμεσό στις 27 και 28 Αυγούστου 1949. Το εν λόγω συνέδριο αποφάνθηκε ξεκάθαρα ότι η γραμμή της αυτοκυβέρνησης-ένωσης ήταν λανθασμένη και συνεπώς η συμμετοχή του κόμματος στη Διασκεπτική ήταν το ίδιο λανθασμένη. Βέβαια διαφώνησαν με αυτή την απόφαση κάποια από τα κορυφαία στελέχη του κόμματος όπως ο Πλουτής Σέρβας, ο Φιφής Ιωάννου, ο Κώστα Παρτασίδης, ο Βάσος Βασιλείου, ο Αδάμ Αδάμαντος και ένας-δυο άλλοι. Όλοι τους απομακρύνθηκαν από το κόμμα και τον Αύγουστο του 1952 αποβλήθηκαν. Ο Ανδρέας Ζιαρτίδης όμως και ο Ανδρέας Φάντης, οι οποίοι σε κατοπινό στάδιο τοποθετήθηκαν ότι δεν ήταν λάθος η συμμετοχή του κόμματος στη Διασκεπτική, αλλά λάθος ήταν η αποχώρησή του, ήταν μεταξύ των ανωτάτων στελεχών του κόμματος που το 1949, συμφώνησαν πλήρως με την απόφαση της ΚΕ, ότι ήταν λάθος η συμμετοχή του κόμματος και με την απόφαση του Στ΄ Παγκύπριου Τακτικού Συνεδρίου του κόμματος τον Αύγουστο του 1949, με την οποία επικύρωσε την εν λόγω απόφαση.