Το εκλογικό αποτέλεσμα στις βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα μπορεί να θεωρήθηκε έκπληξη και «πολιτικός σεισμός». Ωστόσο κάτι τέτοιο, ούτε προκύπτει, ούτε επαληθεύεται. Κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης προέκυψαν κυβερνήσεις από εκλογές όχι απλώς με τα ίδια αλλά και υψηλότερα ποσοστά. Η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1974 και το 1975. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου από το 1981 και επέκεινα. Του Κώστα Σημίτη στη συνέχεια και του Κώστα Καραμανλή.

Η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και η βασανιστική μνημονιακή περίοδος ανέδειξε νέες δυναμικές στο εκλογικό σώμα. Το οποίο αποδίδοντας ευθύνες στο ΠΑΣΟΚ για τη μνημονιακή κρίση, «μετανάστευσε» εν πολλοίς στον ΣΥΡΙΖΑ και τον χαρισματικό Αλέξη Τσίπρα. Ο οποίος, αξιοποιώντας επιδέξια τα αντιμνημονιακά αισθήματα των ψηφοφόρων -ιδιαίτερα της κεντροαριστεράς- όχι απλώς πέτυχε ενδυνάμωση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ανέλαβε και τη διακυβέρνηση της χώρας. 

Ωστόσο η «μετανάστευση» μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε χαρακτήρα μόνιμης εγκατάστασης. Όπως προσφυώς έγγραψε ο έγκριτος δημοσιογράφος των Αθηνών Σταύρος Λυγερός, επρόκειτο για «εκλογικούς μετανάστες». Τους οποίους ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ κακώς θεώρησαν ως μόνιμη πλέον ιδιοκτησία τους. Ούτε ο πολιτικός τους λόγος, ούτε οι προγραμματικές τους προτάσεις δεν μπορούσαν να συγκινήσουν τους κεντροαριστερούς ψηφοφόρους μέσα στο νέο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον. 

Το μεγάλο λάθος του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι εξακολουθούσε να συμπεριφέρεται πολιτικά ως η Ελλάδα να βρισκόταν ακόμα στα μνημονιακά χρόνια. Η δε προσέγγιση του στα εθνικά θέματα- μη ψήφιση εξοπλιστικών προγραμμάτων, αντίθεση στη δημιουργία φράκτη στον Έβρο και η φημολογία για «νέες Πρέσπες στο Αιγαίο» -προσέκρουσαν στις πατριωτικές ευαισθησίες των κεντροαριστερών ψηφοφόρων. Τις φυγόκεντρες τάσεις επέτειναν τοποθετήσεις που ενόχλησαν τη μεσαία τάξη, όπως ήταν οι δηλώσεις της Θεανώς Φωτίου και του Γιώργου Κατρούγκαλου. Το δε άνοιγμα του Αλέξη Τσίπρα προς τους ψηφοφόρους της «Χρυσής Αυγής», λίγα εικοσιτετράωρα πριν τις εκλογές, σε συνδυασμό με τη μη ψήφιση στη Βουλή της νομοθετικής διάταξης για απαγόρευση της συμμετοχής της στις εκλογές, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «τέλεια αυτοχειρία». Όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανοχή που επιδείχθηκε προς ένα τοξικό λόγο με κύριο εκφραστή τον Παύλο Πολάκη, οδήγησαν στο τελικό εκλογικό αποτέλεσμα. 

 Τούτων λεχθέντων, η πολιτική των ίσων αποστάσεων του Νίκου Ανδρουλάκη έναντι της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ όσο και ένας σχετικά ήπιος πολιτικός λόγος στην προεκλογική περίοδο, οδήγησε στην «παλινόστηση» σημαντικού μέρους κεντροαριστερών ψηφοφόρων. 

Είναι φανερό ότι έγινε ένα πρώτο σημαντικό βήμα για την ανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ, της Κεντροαριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας. Για να συνεχιστεί βέβαια η περαιτέρω ενδυνάμωση προϋποτίθεται μια σταθερή και αταλάντευτη τοποθέτηση απέναντι στην επερχόμενη συνέχιση της συντηρητικής διακυβέρνησης, ένα ολοκληρωμένο κυβερνητικό προοδευτικό-σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα και επανοικοδόμηση των πατριωτικών θέσεων του ΠΑΣΟΚ που ανάγονται στις ιδρυτικές του ρίζες. 

*Πρώην Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων.