Έλειπα για λίγες μέρες στο εξωτερικό και μόλις γύρισα άκουσα το θλιβερό μαντάτο: «Πέθανε ο Περσιάνης».

Φυσικά, ξέραμε πως δεν ήταν πια ηλικιακά νέος. Ήταν πάντα όμως, ως τα τελευταία του, ενεργός πολίτης, που ανησυχούσε, προβληματιζόταν, πονούσε, έκαμνε εισηγήσεις για βελτίωση των πραγμάτων, ήλπιζε.. Θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί ίσως πως δεν ήταν εντελώς τυχαίο που μας άφησε τούτες τις μέρες, την ώρα που ανακοινώνονται τα αποτελέσματα των εξετάσεων για εισδοχή στα Πανεπιστήμια, όταν και λέγονται και γράφονται διάφορα  για τις επιδόσεις των μαθητών μας και το εν γένει επίπεδο της εκπαίδευσής μας, τα οποία θα περάσουν, όπως γίνεται πάντα, ξώπετσα, για να ασχοληθούμε ξανά μαζί τους τον επόμενο χρόνο, και πάντα επιφανειακά, χωρίς να βλέπουμε καμιά βελτίωση. Για μένα – και ίσως και για άλλους πολλούς – τα πράγματα θα ήταν σήμερα καλύτερα, αν οι συγκυρίες συνέκλιναν κάποτε σε κάποια άλλη επιλογή στη νευραλγική  θέση του υπουργού της Παιδείας. Αλλά η μοίρα αλλιώς τα έφερε. Αλλά γι’ αυτά θα πούμε στο τέλος κάτι.

Για πολλούς ο θάνατος του Περσιάνη ήταν μια απλή είδηση. Για πολλούς άλλους όμως που τον γνώρισαν από κοντά ως δάσκαλο, συνάδελφο, συνεργάτη, φίλο, πνευματικό δημιουργό ήταν ένα τράνταγμα ψυχής. Άλλος ένας μεγάλος των Γραμμάτων μας εγκατέλειπε τα γήινα, αφήνοντας πίσω του ένα ουσιαστικό έργο ως μαχόμενος εκπαιδευτικός, ως διοικητικός της εκπαίδευσης, αλλά και ως γνήσιος πνευματικός άνθρωπος. Το προσωπικό αποτύπωμά του, φωτίζει με την ακτινοβολία του, μέσω ενός λόγου λιτού, αλλά κριτικά καίριου, πτυχές της εκπαιδευτικής, αλλά και της πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής του τόπου μας, όπως αποκρυσταλλώθηκαν σ’ ένα τεράστιο και πολύπτυχο συγγραφικό έργο, που ξεκίνησε από το 1967 και διατρέχει μισόν αιώνα. Η παράθεση και μόνο των τίτλων των έργων του θα ξεπερνούσε τα όρια ενός σημειώματος αυτού του τύπου. Πρέπει όμως να υπογραμμιστεί το χαρακτηριστικό γεγονός ότι πέρα και από τα βιβλία του, ο Περσιάνης μέχρι πρόσφατα παρακολουθούσε με άγρυπνο μάτι τα τεκταινόμενα στον χώρο μας και όχι μόνο, και με παρεμβάσεις του κατέθετε την προσωπική του θέση, πάντα με νηφαλιότητα, σοφία και τεκμηρίωση, με λόγο απλό, λιτό και εύληπτο.   

Προσωπικά, τον είχα καθηγητή στην Στ΄ τάξη του Παγκυπρίου Γυμνασίου στα λατινικά και τη λογική. Ήρθε με περγαμηνές ως άριστος απόφοιτος του Παγκυπρίου Γυμνασίου και της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικαίωσε τις προσδοκίες των καθηγητών του κι εδώ κι εκεί. Ως μαθητές, παρόλο που ήταν τότε τα δύσκολα χρόνια του αγώνα, τον ζυγιάζαμε στους καλούς καθηγητές μας.  Ήταν πάντα επαρκώς προπαρασκευασμένος, γνώστης του αντικειμένου του, σοβαρός, αυστηρός και δίκαιος. Κέρδισε την εκτίμησή μας ως εργατικός και μεθοδικός, που επιτελούσε τον ρόλο του με επάρκεια.

Αργότερα, υπήρξαμε συνάδελφοι, εγώ ως νεαρός φιλόλογος, κι εκείνος ως υποδιευθυντής. Θυμάμαι την εκτίμηση που του έδειχνε ο γυμνασιάρχης μας Φρίξος Πετρίδης. Έντονη είναι στη μνήμη μου η εντύπωση, που μου έκαμε η ομιλία του με θέμα «Ο δάσκαλος της εποχής μας» κατά την Εορτή των Γραμμάτων. Την ίδια χρονιά παρουσίασε στο σχολείο το έργο του Νίκου Καζαντζάκη «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος», με συμμετοχή και τεσσάρων επαγγελματιών ηθοποιών, αποφοίτων του σχολείου: των Φώτου Φωτιάδη, Νεόφυτου Νεοφύτου, Ανδρέα Κουκίδη και Άκη Μελετίου. Μια σύντομη παρουσίαση του έργου παρουσίασα τότε στις εφημερίδες.

Η αγάπη του Περσιάνη για το θέατρο δεν ήταν η πρώτη φορά που εκδηλωνόταν. Προηγήθηκαν οι διδασκαλίες των τραγωδιών «Ιφιγένεια η εν Αυλίδι» (με τους συναδέλφους του Χρ. Τομασίδη και Ήβη Πουλλίδου) το 1957/58, «Φοίνισσαι» (με τον Χρύσανθο Κυπριανού) το 1958/59, και «Φιλοκτήτης» (με τον Ανδρέα Χριστοφίδη) το 1962/63. Ίσως πολύ λίγοι να ξέρουν πως έγραψε επίσης και θεατρικά έργα.

Αργότερα τα βήματά μας συναντήθηκαν πολλές φορές και σε διάφορες περιπτώσεις στον πνευματικό στίβο. Πάντοτε τον θεωρούσα υψηλών πτήσεων φιλόλογο και πνευματικό εν γένει άνθρωπο, που κοίταζε τα πράγματα με εμβρίθεια, επιστημοσύνη, κριτική διάθεση. Είχε την ικανότητα να ανατέμνει τα πράγματα, να τα αναλύει και να προβαίνει σε συνθέσεις, θέτοντας την προσωπική του σφραγίδα. Παρακολουθούσα τις ομιλίες, τις διαλέξεις, τις εκδόσεις του, ιδιαίτερα εκείνες που εκτείνονταν πέρα από τις καθαρά εκπαιδευτικές και παιδαγωγικές, σε θέματα ευρύτερου, πολιτικοκοινωνικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Αναφέρομαι, κατά χρονολογική σειρά, στα: «Η νομιμοποίηση του Κυπριακού Κράτους» (2004) για το οποίο έγραψα και παρουσίαση, «Πόλεις και Πολιτισμός» (2007), «Τα πολιτικά της εκπαίδευσης στην Κύπρο. Κατά τους τελευταίους δυο αιώνες (1812-2000)» (2010) και «Δεκαετία 2010: 54 δοκίμια» (2016).

Κοινή μας αγάπη, ανάμεσα σε άλλα, ήταν και το Παγκύπριο Γυμνάσιο, η τροφός Σχολή, από την οποία κι οι δυο αποφοιτήσαμε, όπου κι οι δυο υπηρετήσαμε, και για την οποία αγωνιστήκαμε να βρει λίγη από την παλιά της αίγλη. Το 1999, επί γυμνασιαρχίας Στέλιου Παπαντωνίου, μιλήσαμε – μαζί κι ο Χρύσανθος Κυπριανού – στο φιλολογικό μνημόσυνο του Φρίξου Πετρίδη. Το 2012 οργανώθηκε από την «Κίνηση Υπεράσπισης του Παγκυπρίου Γυμνασίου» εσπερίδα με θέμα «Παρελθόν, Παρόν και Μέλλον του Παγκυπρίου Γυμνασίου» με εισηγητές τον πρώην γυμνασιάρχη του σχολείου Γιώργο Χατζηκωστή, τον τότε γυμνασιάρχη Σόλωνα Χαραλάμπους και τον Περσιάνη, του οποίου η εισήγηση, που προκάλεσε και την περισσότερη συζήτηση ήταν «Στρατηγική για επιτυχία της προσπάθειας αναβάθμισης του Παγκυπρίου Γυμνασίου». Την ευθύνη για τον συντονισμό της συζήτησης είχε ο γράφων.

Με τον εκλιπόντα συναντιόμασταν μαζί με άλλους φίλους και συναδέλφους κάθε χρόνο για καφέ στο μνημόσυνο του κοινού φίλου όλων μας Χρύσανθου Κυπριανού. Και τότε είχαμε την ευκαιρία να μνημονεύουμε τον φίλο μας, αλλά και να συζητούμε γύρω από διάφορα θέματα παιδείας και άλλα.

Πολύς στενές σχέσεις αναπτύξαμε όταν είχα την τύχη και την τιμή να παρουσιάσει  δυο δικά μου βιβλία στην αίθουσα τελετών του Παγκυπρίου Γυμνασίου. Η πρώτη περίπτωση ήταν το 2013 όταν μίλησε για το «Απόφοιτοι του Παγκυπρίου Γυμνασίου 1917-1972 διακριθέντες κατά τη φοίτησή τους στο Σχολείο», παρουσίαση που επαναλήφθηκε στο «Σπίτι της Κύπρου» στην Αθήνα. Η δεύτερη παρουσίαση έγινε το 2018 για το έργο μου «Θεόκλητος Α. Σοφοκλέους, ο Δάσκαλος». Ήταν πραγματικά εκπληκτικός ο τρόπος παρουσίασης των έργων. Δεν είχε τίποτε από τα τετριμμένα που συνήθως λέγονται σε τέτοιες παρουσιάσεις. Επικεντρώθηκε σε πτυχές, στις οποίες εμβάθυνε με μαεστρία, τις ανέλυσε και προέβη σε καίρια συμπεράσματα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά στην πρώτη περίπτωση που ασχολήθηκε με τους βραβευθέντες με το Σεβέρειο βραβείο, όπου έκαμε κοινωνιολογικές και άλλες  παρατηρήσεις. Ουσιαστικά έγραψε ένα δοκίμιο για το θέμα. Απέραντη είναι η ευγνωμοσύνη μου για την αγάπη και την εκτίμηση και τον σεβασμό που έδειξε στη συγγραφική μου κατάθεση.

Και τέλος, η μοίρα όρισε το 2005 να βρεθούμε δίπλα δίπλα καθηγητής και μαθητής, όταν μας απονεμήθηκε το Αριστείο Γραμμάτων από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Ο δάσκαλος που μας έφυγε δεν ήταν ο άνθρωπος των δημοσίων σχέσεων, αλλά της πραγματικής ουσίας. Μπορεί να φαινόταν στους πολλούς απρόσιτος κι απόμακρος, είχε όμως πραγματική αγάπη κι έγνοια για τους ανθρώπους. Είχε τις ευαισθησίες του, την αγάπη του για την Τέχνη και το ωραίο. Δεν του άρεσε η επίδειξη. Ήταν ταπεινός και χαμηλών τόνων. Μου έκανε εντύπωση που εκεί που άλλοι πολύ υποδεέστεροί του χρησιμοποιούσαν τίτλους βαρύγδουπους προς εντυπωσιασμό, εκείνος δεν παρέλειπε να σημειώνει πως ήταν αναπληρωτής καθηγητής του πανεπιστημίου και όχι καθηγητής. Ούτε, βέβαια, ακαδημαϊκός, ενώ θα μπορούσε από τους πρώτους επάξια να φέρει τον τίτλο αυτό. Μπορεί να μην τον συμπαθούσαν όλοι όσοι τον ήξεραν, όλοι όμως τον αναγνώριζαν και τον παραδέχονταν. Τον θεωρούσαν των αρίστων άριστο με ό,τι καταπιανόταν.

Θα ήταν υπεράξιος Υπ. Παιδείας

Και τώρα, ως κατακλείδα, αυτό το κάτι, για το οποίο προϊδέασα στην αρχή. Είχα σταθερή την πεποίθηση πως ο Παναγιώτης Περσιάνης θα ήταν ένας υπεράξιος υπουργός Παιδείας. Θα έκαμνε τομές και θα οδηγούσε την εκπαίδευσή μας ψηλότερα. Είχε όλα τα εχέγγυα. Υπηρέτησε ως μαχόμενος εκπαιδευτικός σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης (καθηγητής, υποδιευθυντής, γυμνασιάρχης) άσκησε εποπτικό ρόλο (ως επιθεωρητής), καθοδηγητικό (διευθυντής του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου) και είχε ταυτόχρονα και το θεωρητικό επιστημονικό υπόβαθρο. Ανέμενα ότι κάποιος Πρόεδρος θα του ανέθετε επάξια τη θέση αυτή. Έγιναν τόσοι και τόσοι υπουργοί, κάποτε και μετριότητες. Ο Περσιάνης όχι. Θυμάμαι μια περίπτωση, όταν είπα σε κάποιον των εν τέλει τότε, που είχα κι εγώ κάποιον λόγο: «Αν ερχόσασταν και μου προτείνατε το υπουργείο Παιδείας (πράγμα που ποτέ, βέβαια, δεν έγινε), θα σας έλεγα να κάμετε υπουργό τον Περσιάνη. θα κάμει έργο». Και λίγα χρόνια αργότερα, είπα σε φίλο μου, πολύ κοντά σε νεοεκλεγέντα Πρόεδρο. Ελπίζω να βάλετε υπουργό τον Περσιάνη, που σας υποστήριξε κιόλας. Η απάντησή του: «Ο Πρόεδρος θα διορίσει νέους». Και πράγματι διόρισε υπουργό … τρία χρόνια νεότερο του Περσιάνη.