Η διαφορά μεταξύ δανειστικών και καταθετικών επιτοκίων στην Κύπρο είναι από τις υψηλότερες στην Ευρωζώνη. Αυτή η επιτοκιακή διαφορά, τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς, συνήθως κυμαίνεται κοντά στο 2.5%.
Αυτή τη στιγμή στην Κύπρο, με συντηρητικούς υπολογισμούς, βρίσκεται κατά μέσο όρο πέραν του 4.0%. Η εν λόγω επιτοκιακή διαφορά είναι τεράστια και αποτελεί πρόκληση για την κοινωνία, τους δανειολήπτες και τους καταθέτες. Όταν μάλιστα οι τράπεζες τα τελευταία χρόνια έχουν επιβάλει και συγκεκριμένες χρεώσεις για την κάθε υπηρεσία που προσφέρουν, η πρόκληση καθίσταται μεγαλύτερη.
Τα δεδομένα στο τραπεζικό σύστημα άλλαξαν άρδην τον τελευταίο ένα χρόνο. Δεν είναι μόνο ότι μετά από χρόνια προσπαθειών έχουν εξυγιανθεί οι ισολογισμοί των τραπεζών ή ότι υπάρχει υψηλή κεφαλαιουχική επάρκεια ή υψηλοί δείκτες ρευστότητας. Η πλέον καθοριστική παράμετρος είναι η σημαντική αύξηση του επιτοκίου που προσφέρει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στις εμπορικές τράπεζες για την υπερβάλλουσα ρευστότητα που διαθέτουν.
Για αρκετά χρόνια οι κυπριακές τράπεζες λάμβαναν μηδενικό ή αρνητικό επιτόκιο (-0,6%) επί των καταθέσεων που δεν μπορούσαν να δανείσουν. Σήμερα, για την υψηλή ρευστότητα που διαθέτουν, την οποία ως επί το πλείστον καταθέτουν στην ΕΚΤ, λαμβάνουν επιτόκιο 3.5%. Συνεπώς οι καταθέσεις στο τραπεζικό μας σύστημα, οι οποίες είναι διπλάσιες από τα συνολικά δάνεια, όχι μόνο δεν κοστίζουν στις τράπεζες αλλά αποτελούν μια ιδιαίτερα μεγάλη και άνευ κόστους πηγή εσόδων. Τα κέρδη των τραπεζών το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους, αποδεικνύουν αυτό ακριβώς.
Η πιο πάνω παράμετρος είναι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο ο ΔΗΣΥ επιμένει τους τελευταίους μήνες πως υπάρχει πλέον η δυνατότητα του τραπεζικού συστήματος να στηρίξει τόσο τους δανειολήπτες όσο και τους καταθέτες. Η επιτοκιακή διαφορά θα πρέπει σταδιακά να συγκλίνει στο λογικό διαχρονικό μέσο όρο.
Θα πρέπει να μας ανησυχούν ιδιαιτέρως τα υψηλά δανειστικά επιτόκια. Σε ένα βαθμό η αύξηση των δανειστικών επιτοκίων ήταν αναγκαίο κακό για τη συγκράτηση του πληθωρισμού τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς. Ωστόσο, στην Κύπρο ο πληθωρισμός έχει αποκλιμακωθεί ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και συνεπώς η δική μας οικονομία φαίνεται ότι δεν χρειάζεται ακόμη υψηλότερα επιτόκια.
Αντιθέτως, η πέραν της αναμενόμενης επιβράδυνση της οικονομίας, δεικνύει ότι μακροοικονομικά δικαιολογείται κάποια μείωση του μέσου δανειστικού επιτοκίου. Σε διαφορετική περίπτωση, ενδεχομένως να προκύψει μείωση των επενδύσεων και της κατανάλωσης, κάτι που θα μας φέρει στα όρια της ύφεσης.
Δεν πρέπει να αποκλείεται η δημιουργία ενός νέου κύματος ΜΕΔ -κάτι που πρώτα και κύρια- θα επηρέαζε το ίδιο το τραπεζικό σύστημα. Είναι γι’ αυτό που ο ΔΗΣΥ, κατόπιν συνάντησης με τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας πριν από μερικούς μήνες, ζήτησε την προώθηση του μέτρου των προληπτικών αναδιαρθρώσεων στους φερέγγυους δανειολήπτες, τουλάχιστον στις περιπτώσεις που τούτο είναι εφικτό με βάση τους κανόνες της Ενιαίας Τραπεζικής Ένωσης.
Τόσο η κυβέρνηση όσο και η Κεντρική Τράπεζα θα πρέπει να ασκήσουν την επιρροή τους αλλά και να επεξεργαστούν μέτρα για την απάμβλυνση των συνεπειών τόσο για τους δανειολήπτες όσο και για τους καταθέτες. Η έμφαση πρέπει να δοθεί στα στεγαστικά και μικρά επιχειρηματικά δάνεια. Ο ΔΗΣΥ είναι έτοιμος να συζητήσει κάθε μέτρο που θα είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.
Επαναλαμβάνω ότι η σημερινή επιτοκιακή διαφορά είναι πρόκληση για την κοινωνία και επιβαρύνει έτι περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα. Οι τράπεζες οφείλουν να λάβουν υπόψη τους το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον και να συμβάλουν στην ανακούφιση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Μεσοπρόθεσμα αυτό θα είναι και το δικό τους καλό.
* Βουλευτής Αμμοχώστου και Εκπρόσωπος Τύπου ΔΗΣΥ κ. Ονούφριου Κουλλά