Ο τραπεζικός μας τομέας είναι πάλι επιτακτικά στην ατζέντα. Και όχι άδικα. Οι τράπεζες και γενικότερα ο χρηματοπιστωτικός τομέας αποτελούν τις αμφίδρομες διόδους διοχέτευσης χρημάτων στην αγορά, στο Κράτος, στα νοικοκυριά. Γι’ αυτό τον λόγο, άλλωστε, ο τραπεζικός τομέας θεωρείται ο καθρέφτης μιας οικονομίας. Την ίδια όμως στιγμή παρατηρείται και το οικονομικά παράδοξο σήμερα να παρακολουθούμε την σημαντικά αυξημένη κερδοφορία των τραπεζών μας, παρά την μειωμένη (αρνητική το τελευταίο τρίμηνο) ανάπτυξη της οικονομίας και την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης χιλιάδων νοικοκυριών. Κάτι το οποίο έκδηλα πειθανάγκασε το πολιτικό μας σύστημα να αφουγκραστεί τα παράπονα της Κοινωνίας η οποία (δικαιολογημένα) αισθάνεται ότι προκαλείται από τις ανακοινώσεις κερδών από τις τράπεζές μας.

Έτσι βάλθηκαν οι πολιτικοί μας να πείσουν ότι έχουν εγκύψει στα προβλήματα της Κοινωνίας – έρχονται και εκλογές άλλωστε. Γι’ αυτό ακούμε και διαβάζουμε για εκκλήσεις προς τις τράπεζες, επιστολές (που ενίοτε ανακαλούνται) και εσχάτως το μαστίγιο της επιβολής έκτακτου φόρου στα απροσδόκητα ή έκτακτα κέρδη των τραπεζών (το λεγόμενο windfall gains tax που επιβλήθηκε σε άλλα κράτη μέλη σε διάφορες περιπτώσεις). Μια ομολογουμένως λογική πρόταση κάτω από ορθές προϋποθέσεις και σε συνεννόηση με τον επόπτη του συστήματος. Αρκεί φυσικά αυτές οι έκτακτες εισπράξεις στο δημόσιο (από τα έκτακτα κέρδη των τραπεζών μας) να μην προστεθούν στις άλλες έκτακτες εισπράξεις του δημοσίου περίπου 1,5 δις ευρώ λόγω ακρίβειας (από αυξημένους φόρους και τέλη σε ψηλότερες τιμές λόγω πληθωρισμού) που απλά κατασπαταλήθηκαν σε αυξήσεις και ΑΤΑ στο δημόσιο, προσλήψεις, λειτουργικό κόστος, υφυπουργεία και τόσα όσα αναφέρει ο Γενικός Ελεγκτής στις πολυσέλιδες εκθέσεις του. Με αποτέλεσμα σήμερα να μιλάμε, παρά τα αυξημένα αυτά έσοδα, για δημοσιονομικά ελλείματα και κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Και δίχως να έχει στηριχθεί ουσιαστικά η Κοινωνία και αυτοί που επηρεάστηκαν περισσότερο.

Ας μην ξεχνάμε ότι είναι η Κοινωνία που κατέβαλε τον «φόρο ακρίβειας» και στην προκειμένη κλήθηκε να σώσει το τραπεζικό σύστημα πριν μια δεκαετία, για να είναι σε θέση σήμερα να επιδεικνύει τα κέρδη του. Άστε που γενικά υφίσταται η εκτίμηση ότι η κίνηση αυτή του ΥΠΟΙΚ (για τον έκτακτο φόρο) αποσκοπεί περισσότερο στο να ασκηθούν πιέσεις στις τράπεζες ούτως ώστε να σμικρύνουν την ψαλίδα μεταξύ δανειστικών και καταθετικών επιτοκίων. Κάτι που όσο ακούγεται, με βάση τις σημερινές συνθήκες, τόσο πρέπει να προβληματίζει. Γιατί, απλούστατα η αύξηση των καταθετικών επιτοκίων δεν αποτελεί φυσικά στήριξη του μέρους της Κοινωνίας που επηρεάστηκε περισσότερο από το διπλό κτύπημα της ακρίβειας και της αύξησης του κόστους δανεισμού. Καταθετικά επιτόκια λαμβάνουν αυτοί που έχουν σημαντικές καταθέσεις. Και αυτοί που επηρεάζονται περισσότερο εδώ και δυο χρόνια και χρειάζονται τη στήριξη της Πολιτείας, προφανώς δεν έχουν κομπόδεμα σε κάποια τράπεζα. Ενώ σίγουρα τα αυξημένα καταθετικά επιτόκια αντιμάχονται την οικονομική δραστηριότητα, δίνοντας κίνητρα για να μένουν τα χρήματα εκτός αγοράς. Κάτι που οφείλει να προκαλέσει έντονα ερωτήματα ως προς την πραγματική αιτία αυτής της κίνησης.

Από την άλλη, οι εξωφρενικές αυξήσεις στις τραπεζικές χρεώσεις το τελευταίο διάστημα σε συνδυασμό με τις αυξήσεις των δανειστικών επιτοκίων, όσο και τα θέματα πρώτης κατοικίας επιβάλλεται να τεθούν κάτω από το μικροσκόπιο της Πολιτείας και να δρομολογηθούν λύσεις. Μιας Πολιτείας που επι σειρά ετών τόσο στο παρασκήνιο, αλλά και ανοιχτά, πολιτικοποίησε μαζί με τόσους άλλους τομείς τις τράπεζες μας όσο και τους σχετικούς Θεσμούς. Οδηγηθήκαμε στην κρίση του 2013 για ακριβώς αυτό το λόγο, και ακόμη δυστυχώς συνεχίζουμε εν πολλοίς στην ίδια γραμμή – αν και περισσότερο στο παρασκήνιο τώρα. Πρόσφατη απόδειξη το ξέπλυμα των διαβατηρίων σεσημασμένων διεθνών εγκληματιών μέσα από το τραπεζικό μας σύστημα, και υπό το βλέμμα των ανώτατων πολιτειακών μας αρχόντων.

Άρα αναντίλεκτα, το πρόβλημα εδώ είναι πολύ βαθύτερο και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, έστω μεσοπρόθεσμα, με έκτακτους φόρους, εξαγγελίες, επιστολές ή/και πρόσκαιρα μέτρα. Παρά το ότι, έστω αυτά, επιβάλλονται σήμερα ως βάλσαμο στις ανοικτές πληγές της Κοινωνίας. Απαιτείται ριζική αναδιάρθρωση του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού μας συστήματος και της εποπτείας του. Φυσικά λογικό είναι να αναρωτηθούμε: μόνο του χρηματοπιστωτικού ή και του «έκτακτου» πολιτικού μας συστήματος;

  • Ο Δρ. Πλατής είναι Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών του Πανεπιστημίου του Cambridge