Η ΕΕ βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των διεθνών προσπαθειών για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία καθορίζει σαφή τρόπο για την επίτευξη του φιλόδοξου στόχου της ΕΕ σχετικά με τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 55%, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, έως το 2030, και με το να καταστεί η Ευρώπη κλιματικά ουδέτερη ήπειρος έως το 2050.

Η κλιματική αλλαγή αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα και απαιτεί παγκόσμιες λύσεις. Ενώ η Ευρώπη αυξάνει τα επίπεδα της κλιματικής της ασφάλειας, παρατηρούμε ότι σε τρίτες χώρες δεν ακολουθείται η ίδια περιβαλλοντική πολιτική, με αποτέλεσμα οι χώρες να μην συμπορεύονται.

Λόγω αυτής της διαφοράς στις περιβαλλοντικές πολιτικές των χωρών, παρουσιάζεται το φαινόμενο της «διαρροής άνθρακα». Αυτό σημαίνει ότι εταιρείες που εδρεύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση (θα μπορούσαν) να μεταφέρουν τη βιομηχανική τους μονάδα, δηλαδή την παραγωγή υψηλής έντασης άνθρακα σε χώρες εκτός ΕΕ για να επωφεληθούν μεταξύ άλλων και  από χαλαρά πρότυπα στον τομέα αυτό. Όμως, με το να μετατοπίσουν τις εκπομπές άνθρακα εκτός της Ευρώπης υπονομεύουν σοβαρά τις ευρωπαϊκές και παγκόσμιες προσπάθειες για το κλίμα. Για τον λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε σε εφαρμογή τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) για καταπολέμηση της διαρροής άνθρακα.

Επί της ουσίας, ο νέος Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα επιβάλλει μια τιμή επί των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που χρησιμοποιείται στην παραγωγή ορισμένων κατηγοριών προϊόντων, τα οποία εισάγονται στην ΕΕ από χώρες όπου ο άνθρακας είτε δεν φορολογείται ή φορολογείται με δυσανάλογο τρόπο σε σχέση με τα ισχύοντα καθεστώτα εντός της ΕΕ.

Από τον Οκτώβριο του 2023 που τέθηκε σε εφαρμογή και μέχρι τα τέλη του 2025 οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων θα περιορίζονται μόνο στην υποβολή εκθέσεων. Κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου, οι εισαγωγείς αγαθών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού πρέπει να δηλώνουν μόνο τις εκπομπές που ενσωματώνονται στις εισαγωγές τους (άμεσες και έμμεσες), χωρίς να καταβάλλουν οποιεσδήποτε οικονομικές πληρωμές. Τέλος, στην οριστική φάση (από την 1η Ιανουαρίου 2026 και έπειτα) η καταβολή του φόρου θα γίνεται με τη μορφή πιστοποιητικών CBAM, τα οποία οι αδειοδοτημένοι διασαφιστές θα μπορούν να αγοράζουν και να εμπορεύονται μέσω κοινής πλατφόρμας της Ε.Ε.

Το σύστημα CBAM θα λειτουργεί ως εξής: Οι εισαγωγείς της ΕΕ θα αγοράζουν πιστοποιητικά άνθρακα που αντιστοιχούν στην τιμή του άνθρακα που θα είχε καταβληθεί εάν τα προϊόντα είχαν παραχθεί σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ για την τιμολόγηση του άνθρακα. Αντιστρόφως, όταν ένας παραγωγός τρίτης χώρας μπορεί να αποδείξει ότι έχει ήδη καταβάλει τιμή για τον άνθρακα που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή των εισαγόμενων εμπορευμάτων σε τρίτη χώρα, το αντίστοιχο κόστος μπορεί να αφαιρεθεί πλήρως για τον εισαγωγέα της ΕΕ. Ο CBAM θα συμβάλει στη μείωση του κινδύνου διαρροής άνθρακα, προτρέποντας τους παραγωγούς τρίτων χωρών να προβούν σε οικολογικότερες διαδικασίες παραγωγής.

Το πεδίο εφαρμογής του Μηχανισμού θα καλύπτει τα εξής προϊόντα: τον σίδηρο και τον χάλυβα, το τσιμέντο, το αλουμίνιο, τα λιπάσματα, την ηλεκτρική ενέργεια και το υδρογόνο. Εξαιρούνται οι εισαγωγές από χώρες που καλύπτονται από το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (ETS) και από τη Νορβηγία, το Λιχτενστάιν και το Ηνωμένο Βασίλειο, εμπορεύματα των οποίων η αξία δεν υπερβαίνει τα 150 ευρώ και εμπορεύματα που χρησιμοποιούνται για στρατιωτικές δραστηριότητες.

Οπωσδήποτε, η εφαρμογή του CBAM θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα. Οι επιχειρήσεις που εξάγουν προϊόντα στην ΕΕ από χώρες που δεν έχουν ανάλογους κανονισμούς για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου θα πρέπει να αποδείξουν ότι οι εκπομπές τους είναι ίσες με αυτές των επιχειρήσεων που βρίσκονται στην ΕΕ. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις θα επιβαρυνθούν με το κόστος πιστοποίησης των εκπομπών τους και της παρακολούθησης της αλυσίδας εφοδιασμού τους. Τέλος, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της αύξησης των τιμών των προϊόντων τους.

Το ΚΕΒΕ στηρίζει τις προσπάθειες που γίνονται σε πανευρωπαϊκό αλλά και σε τοπικό επίπεδο ώστε να επιτευχθούν οι φιλόδοξοι στόχοι της μείωσης των εκπομπών ρύπων και τις κλιματικής ουδετερότητας μέχρι το 2050.

Ταυτόχρονα, θέλει να τονίσει στις άμεσα επηρεαζόμενες επιχειρήσεις ότι η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού απαιτεί στρατηγική προσέγγιση για την ομαλή μετάβαση στο νέο καθεστώς. Το Επιμελητήριο βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να προσφέρει υποστηρικτικές υπηρεσίες και πλήρη ενημέρωση στα μέλη του που επηρεάζονται από την εφαρμογή του μηχανισμού.

* Λειτουργός στο Τμήμα Βιομηχανικής Ανάπτυξης, Καινοτομίας και Περιβάλλοντος, ΚΕΒΕ