Ηέλλειψη συνεννόησης, επικοινωνίας, ενδιαφέροντος και σχέσεων μεταξύ των συζύγων, δημιουργεί αποξένωση που καταλήγει στη διάσταση και τη διακοπή της συμβίωσης, με σύνηθες φαινόμενο τη διατάραξη της οικογενειακής γαλήνης και ηρεμίας.
Η κατάσταση αυτή επιδρά στην ψυχολογική εξέλιξη και υγεία των τέκνων, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν διενέξεις και προστριβές, τσακωμοί και βίαια επεισόδια. Εφόσον η συγκατοίκηση καθίσταται προβληματική και αδύνατη, ο ένας από τους δύο συζύγους θα πρέπει να αποχωρήσει. Παρά ταύτα, εκείνο που παρατηρείται είναι η διεκδίκηση της οικογενειακής στέγης και από τους δύο συζύγους. Δηλαδή, κανένας από τους δύο δεν δέχεται να εγκαταλείψει τη συζυγική κατοικία προς όφελος του άλλου, προβάλλοντας ως επιχείρημα τη συνεισφορά του στην απόκτηση της ή ακόμη την οικονομική αδυναμία του να βρει αλλού στέγη. Προσωρινή λύση σ’ αυτό το πρόβλημα, μέχρι να ρυθμιστούν οι περιουσιακές σχέσεις μεταξύ των συζύγων, μπορεί να δώσει το Οικογενειακό Δικαστήριο, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας που του παρέχει το άρθρο 17(1) και 17Β του Νόμου 23/1990, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.2(Ι)/2023.
Συγκεκριμένα προβλέπεται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι Οικογενειακό Δικαστήριο δύναται, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση ενός εκ των συζύγων ή και των δύο συζύγων από κοινού, να εκδώσει, εντός εύλογο χρονικού διαστήματος προσωρινό διάταγμα, με το οποίο να ρυθμίζονται οι σχέσεις των συζύγων και οι σχέσεις των γονέων και τέκνων σχετικά με θέματα τα οποία αφορούν τη γονική μέριμνα, τη διατροφή, την οικογενειακή στέγη και τη χρήση κινητής περιουσίας. Νοείται ότι η αίτηση η οποία υποβάλλεται για έκδοση προσωρινού διατάγματος δυνατό να περιλαμβάνει πέραν του ενός θέματος, για προσωρινή ρύθμιση αυτών και ότι ο ίδιος δικαστής επιλαμβάνεται όλων των υποθέσεων που αφορούν τα θέματα αυτά μεταξύ των ίδιων διαδίκων.
Απόφαση Εφετείου
Το Εφετείο στην εκ συμφώνου απόφαση που εξέδωσε η Δικαστής κα Μ. Τουμαζή Ε35/2022, ημερ.20.12.2023, εξέτασε τα παράπονα συζύγου εναντίον του οποίου το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα το οποίο κατέστησε απόλυτο, παραχωρώντας την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης στη σύζυγο και τον διέταξε να την εγκαταλείψει εντός 15 ημερών από την επίδοση του διατάγματος και προσωρινό διάταγμα που του απαγορεύει να εισέρχεται στην οικογενειακή στέγη. Πρόκειται για υπόθεση εν διαστάσει συζύγων με δύο ανήλικα τέκνα και ο σύζυγος ισχυριζόταν μεταξύ άλλων ότι λανθασμένα το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το πραγματικό γεγονός ότι στον συζυγικό οίκο διατηρεί συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων, που είναι και η μοναδική του εργασία, καθώς και ότι η συνύπαρξη των συζύγων στον ίδιο χώρο ήταν δυνατή, εφόσον ο ίδιος μπορούσε να διαμένει στον υπόγειο χώρο.
Το Εφετείο με παραπομπή στο άρθρο 17(1)(2) του Νόμου 23/90 και στην αυθεντία Βουνού v. Βουνού υπέδειξε ότι γνώμονας στην άσκηση των εξουσιών του Οικογενειακού Δικαστηρίου (οικογενειακή στέγη και η χρήση των απαραίτητων για ξεχωριστή εγκατάσταση) είναι η επιείκεια, έννοια συνυφασμένη με τη δικαιοσύνη. Ό,τι ο νομοθέτης επιδίωξε με τις διατάξεις του άρθρου 17, ήταν ο περιορισμός στον βαθμό του εφικτού των δυσμενών επιπτώσεων για την οικογένεια από τη διακοπή της συμβίωσης. Πρόσθεσε ότι το άρθρο αυτό δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να παραχωρεί τη χρήση της οικογενειακής στέγης, ακόμα και στον σύζυγο που δεν είναι ο ιδιοκτήτης.
Συμφώνησε ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο ορθά εξήγησε πως δεν θα αξιολογούσε τη μαρτυρία προς το σκοπό κατάληξης σε ευρήματα, έργο της ουσίας της υπόθεσης. Η σύζυγος με την ένορκη δήλωση της κατάφερε να αποδείξει ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, υπό την έννοια της συζητήσιμης υπόθεσης και είναι παραδεκτό ότι δημιουργούνταν σοβαρά επεισόδια μεταξύ των διαδίκων και η σύζυγος έκανε καταγγελία στην αστυνομία και εκκρεμούν ποινικές υποθέσεις εναντίον του συζύγου.
Το Εφετείο τόνισε ότι ένα από τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 17(1) είναι οι λόγοι επιείκειας και το συμφέρον των παιδιών, τα οποία έχουν ως τόπο διαμονής τους τον εκάστοτε τόπο διαμονής της μητέρας, με βάση προσωρινό διάταγμα. Το Οικογενειακό Δικαστήριο ορθά έκρινε ότι οι δυσμενείς συνέπειες στην ψυχολογική κατάσταση της συζύγου και στα παιδιά, αλλά και η απομάκρυνση της ίδιας και των παιδιών από το σπίτι τους, που διατηρούν τα προσωπικά αντικείμενα τους, δεν μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα, ούτε μπορούν να αποκατασταθούν σε μεταγενέστερο στάδιο με την επιδίκαση αποζημιώσεων και απέρριψε την Έφεση του συζύγου.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα