Το Αρχιπέλαγος Τσάγκος, μια απομακρυσμένη αλυσίδα νήσων στον Ινδικό Ωκεανό, επεστράφη πρόσφατα στον Μαυρίκιο μετά από δεκαετίες διαμάχης με το Ηνωμένο Βασίλειο. Η απόφαση, η οποία ελήφθη μετά από συμβουλευτική γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης το 2019, σηματοδότησε μια σημαντική νίκη για το διεθνές δίκαιο και την αρχή της αυτοδιάθεσης.

Οι νήσοι Τσάγκος προσαρτήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο τη δεκαετία του 1960 για να δημιουργηθεί η στρατιωτική βάση «Ντιέγκο Γκαρσία», η οποία ήταν ζωτικής σημασίας για τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ο γηγενής πληθυσμός των νήσων Τσάγκος εκδιώχθηκαν βίαια από τα σπίτια τους, γεγονός που οδήγησε σε μια μακροχρόνια διαμάχη για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Το 2015, ο Μαυρίκιος προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι η συνεχιζόμενη διοίκηση των νήσων Τσάγκος από το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν παράνομη και ότι πρέπει να επιστραφούν. Το Διεθνές Δικαστήριο κατέληξε ότι οι ενέργειες του Ηνωμένου Βασιλείου παραβίαζαν το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της αυτοδιάθεσης, της εδαφικής ακεραιότητας και του Δικαίου της Θάλασσας. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε χρησιμοποιήσει την αποικιακή του εξουσία για να αποσπάσει βίαια τις νήσους Τσάγκος πριν από την ανεξαρτησία του Μαυρίκιου και ότι η πράξη αυτή ήταν άκυρη.

Η γνώμη του Διεθνούς Δικαστηρίου δεν ήταν δεσμευτική, αλλά είχε σημαντικό ηθικό και πολιτικό βάρος. Σε απάντηση στην απόφαση του Δικαστηρίου, το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε ότι θα αποχωρήσει από τις νήσους Τσάγκος και θα μεταβιβάσει την κυριαρχία, στον Μαυρίκιο.

Η επιστροφή των νήσων είναι μια σημαντική διπλωματική νίκη για τον Μαυρίκιο και ίσως έχει σημαντικές συνέπειες για άλλες εδαφικές διαφορές. Καταδεικνύει τη δύναμη του διεθνούς δικαίου να αντιμετωπίζει ιστορικές αδικίες και να καθιστά τα κράτη υπεύθυνα για τις πράξεις τους. Αποτελεί απόδειξη των διαχρονικών αρχών της αυτοδιάθεσης και της σημασίας του σεβασμού της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας των εθνών.

Η υπόθεση των νήσων Τσάγκος παρουσιάζει ενδιαφέροντες παραλληλισμούς με την περίπτωση των στρατιωτικών βάσεων της Επισκοπής (Ακρωτηρίου) και της Δεκέλειας στην Κύπρο. Πρέπει να τεθεί το ζήτημα της νομιμότητας των Βρετανικών Βάσεων, είτε με τη μορφή υπόθεσης ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου είτε με απευθείας διαπραγματεύσεις με τους Βρετανούς.

Το «στάτους κβο» εξυπηρετεί το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο απολαμβάνει αθόρυβα τη χρήση των βάσεων, χωρίς να δίνεται το κατάλληλο αντάλλαγμα. Επίσης παρέχει στο Ηνωμένο Βασίλειο κίνητρο για να αποφύγει ουσιαστική συνδρομή της σε μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, καθώς και η Δημοκρατία έχει κίνητρο να μην θέσει θέμα για τις βάσεις για να μην διακινδυνεύσει την δυσαρέσκεια μιας Εγγυήτριας Δύναμης, που μπορεί να βλάψει ενεργά τις συνομιλίες επίλυσης του Κυπριακού εις βάρος της. Αυτός ο φαύλος κύκλος πρέπει να διακοπεί!

Μπορεί να επιδιωχθεί μια συνολική και καθολική λύση στο θέμα των Βρετανικών βάσεων, με την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Οι βάσεις μπορούν, με συμφωνία των μερών, να γίνουν στρατιωτικές βάσεις του ΝΑΤΟ, εισάγοντας την Κύπρο στις υποδομές ασφάλειας της Δύσης, κάτι που ήδη συμβαίνει άτυπα. Οι βάσεις αυτές μπορούν να γίνουν σύμβολο του μέλλοντος της Κύπρου, αντί του αποικιοκρατικού της παρελθόντος. Μπορούν να υπάρχουν, λόγω της πολιτικής βούλησης των πολιτών της Κύπρου και όχι παρά αυτής και να λειτουργούν ως έκφραση του δικαιώματος των Κυπρίων για αυτοδιάθεση και σεβασμό στην κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού Κράτους.

Οι βάσεις, υπό αυτό το καθεστώς, θα ενισχύσουν την ασφάλεια της Κύπρου και όλων των πολιτών της, αντί να την θέτουν σε κίνδυνο. Θα διαμορφώσει γερά θεμέλια για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, αφού η Τουρκία δεν θα μπορεί πλέον να αρνείται ή να δημιουργεί ψευδαισθήσεις για την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων, προκειμένου να προωθήσει τη δική της ατζέντα. Αυτό ισχύει και αν θέσει η Τουρκία βέτο στην ενταξιακή πορεία της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, αφού η βούληση του λαού θα είναι πλέον αδιάψευστη. Η κατασκευή νέων στρατιωτικών υποδομών και η εισαγωγή στρατιωτικού προσωπικού, που θα είναι ενταγμένο στο σώμα της κυπριακής κοινωνίας, αντί για ένα ξεχωριστό και αποκομμένο άκρο, θα αποφέρει οικονομικά και κοινωνικά οφέλη.

Κατά τη διάρκεια αυτής της απαράμιλλης μεταβατικής και συνάμα επικίνδυνης χρονικής περιόδου, μπορεί να υπάρχει μια ευκαιρία να προωθηθεί μια θετική ατζέντα των βάσεων, υπό το φως της ιστορικά θετικής σχέσης της Κύπρου με τις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους εταίρους μας, της εκτέλεσης της απόφασης για τις νήσους Τσάγκος και της άφιξης της νέας κυβέρνησης των Εργατικών στο Ηνωμένο Βασίλειο. O Τόνι Μπλερ έφερε διορατικά την ειρήνη στην Ιρλανδία, προς όφελος του ιρλανδικού λαού, της βρετανικής και παγκόσμιας ασφάλειας και σταθερότητας, όταν διαπραγματεύτηκε και συμφώνησε τη συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής. Μπορεί και ο νέος πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου να αφήσει μια παρόμοια διαρκούσα παρακαταθήκη ειρήνης με την Κύπρο.

Επιπρόσθετα και ίσως πιο σημαντικό απ’ όλα, τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή, αν και τραγικά, επιτείνουν τη σημασία της Κύπρου ως γεωστρατηγικού εταίρου της Δύσης και του ΝΑΤΟ. Ως εκ τούτου, παρέχουν στην Κύπρο μοχλό πίεσης για να τεθεί το ζήτημα των βάσεων. Ίσως να διανύουμε μια κλασική περίπτωση σωστού τόπου, σωστής στιγμής και δεν πρέπει να χαθεί!

*Δικηγόρος Λούκας και Βίας Λ. Παρπαρίνος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε